Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διηγήματά μου.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διηγήματά μου.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 16 Μαΐου 2022

Απόσπασμα από το νέο μου βιβλίο με τίτλο "Η Συγκίνηση των Εύπιστων".



 Μοιράζομαι ένα απόσπασμα από το νέο μου βιβλίο με τίτλο "Η Συγκίνηση των Εύπιστων" γνωρίζοντας ότι πολλοί θα ταυτιστείτε μαζί του.

(Ο μονόλογος της Έμπνευσης).
"Ένας ήχος που διαπερνά την ησυχία της νύχτας ή αντίθετα μία σιωπή που κάνει την παρουσία της έντονη μέσα σε μία μεγαλοπρεπή φασαρία είναι πηγή έμπνευσης για μένα.
Ένα κορίτσι πού στέκεται περιμένοντας τη συγκοινωνία κάτω από μία φωτισμένη λάμπα στο δρόμο είναι πηγή έμπνευσης για μένα.
Ένας μαθητής που θα με ρωτήσει τι σηματοδοτεί αυτό το κρεσέντο στη συγκεκριμένο νυχτερινό του Σοπέν είναι πηγή έμπνευσης για μένα.
Μία ταινία που με συγκινεί με το θέμα της και τις ερμηνείες των ηθοποιών της αλλά και την εμπνευσμένη σκηνοθεσία είναι πηγή έμπνευσης για μένα.
Ένας ηθοποιός λίγο πριν βγει στη σκηνή να πει το μονόλογο του είναι πηγή έμπνευσης για μένα.
Ένα παιδί που χάνει τη ζωή του καθώς μαζί με τους γονείς του προσπαθεί να περάσει στην απέναντι όχθη ή ακτή αναζητώντας την ελπίδα, κολυμπώντας και παλεύοντας με τα κύματα, είναι πηγή έμπνευσης για μένα. Ένας πίνακας στην άκρη μιας σκοτεινής αίθουσας μουσείου που δεν προσέχει κανείς, ένα ταπεινό τραγούδι ενός άσημου καλλιτέχνη, ένα ποίημα που δεν δημοσιεύτηκε ποτέ, ενα κιτρινισμένο απόκομμα εφημερίδας, μία σπασμένη κούκλα στο δωμάτιο ενός παιδιού, μία φράση που δεν πρόσεξε κανείς σε ένα ξεχασμένο βιβλίο στην άκρη μιας βιβλιοθήκης είναι πηγή έμπνευσης για μένα.
Τέλος πηγή έμπνευσης για όλους μας πρέπει να είναι η δίψα για αληθινή ζωή, η αγάπη για το συνάνθρωπο, η προστασία της φύσης και των ζώων, η αλληλεγγύη, ο αλτρουισμός και η βαθιά συγκίνηση για τα πράγματα που αξίζουν.
Τα πράγματα που αξίζουν είναι εκείνα που μας διαμόρφωσαν χωρίς να το καταλάβουμε, ακόμα και τις στιγμές που εμείς τα κοιτούσαμε αδιάφορα μασώντας καθημερινότητα, γεμάτοι αυτοπεποίθηση ότι το τέλος θα αργήσει να έρθει, ίσως και να μην έρθει ποτέ. Γεμάτοι νιάτα, σφρίγος και δύναμη τότε που κοιτούσαμε την αρρώστια και χλευάζαμε τον πόνο. Ξεγελάγαμε το θάνατο περνώντας το δρόμο τρέχοντας, λίγο πριν το μεγάλο φορτηγό μας αγγίξει τη φτέρνα."

Χάρης Κανάκης
Πιανίστας-Συνθέτης-Συγγραφέας

Τρίτη 15 Ιουνίου 2021

"Παράθυρο με θέα…" (Διήγημα τρόμου - μυστηρίου) Χάρη Κανάκη.



   Πάνε έξι μήνες πού μένω σε αυτό το σπίτι κοντά στη θάλασσα. Δεν την βλέπω, είναι γύρω στο ένα χιλιόμετρο μακριά, αλλά την αφουγκράζομαι και τη μυρίζω. Το σπίτι δεν είναι πολύ μεγάλο αλλά έχει έναν όμορφο κατάφυτο κήπο και από την μπροστινή και από την πίσω πλευρά. Ένας από τους λόγους που με έκαναν να το νοικιάσω είναι ότι μέσα στο οικόπεδο υπάρχουν πάρα πολλά δέντρα δημιουργώντας τη ψευδαίσθηση του παραδείσου αλλά και μιας υπέροχης δροσιάς που σε ηρεμεί καθώς ακούς τα φύλλα των δέντρων να κουνιούνται από τον άνεμο. Πουλιά φωλιάζουν στα κλαδιά τους και μία αίσθηση απομόνωσης και γαλήνης σε κυριεύει.

   Εκτός από την μπροστινή πόρτα και το μπροστινό παράθυρο έχει και μία πόρτα και ένα παράθυρο και στην πίσω πλευρά του σπιτιού, εκεί που είναι το υπνοδωμάτιο μου. Από το παράθυρο αυτό βλέπω μία σειρά από ψηλά Κυπαρίσσια που οριοθετούν το χώρο του οικοπέδου, προστατεύοντας ταυτόχρονα και από το βοριά. Έχοντας κλειστά τα φώτα του σπιτιού καθώς είμαι ξαπλωμένος στο υπνοδωμάτιο μου πολλές φορές κοιτάζω αυτό το ανοιχτό παράθυρο και βυθίζομαι μέσα στις σκέψεις και στο σκοτάδι του καθώς η νύχτα έχει απλωθεί σε όλη την πλάση. Μία περίεργη σκέψη στροβιλίζεται στο μυαλό μου συχνά όποτε βγάζω το χέρι μου έξω από το παράθυρο και αναζητώ το δεξί παντζούρι. Μία σκέψη περίεργη που δεν μπορώ να την εξηγήσω. Σαν να βυθίζω το χέρι μου σε ένα σκοτεινό άγνωστο κόσμο που κανείς δεν ξέρει τι υπάρχει μέσα του, τι μπορεί να συναντήσει κάνεις και τι να περιμένει. Από την πρώτη μέρα που ήρθα σε αυτό το σπίτι έκανα αυτή τη σκέψη και χωρίς να το θέλω καρφώθηκε στο μυαλό μου σα σφαίρα.

   Έτσι μπορώ να πω ότι εκείνο το βράδυ που πήγα να κλείσω το παράθυρο και έβγαλα το χέρι μου αναζητώντας το παντζούρι δεν ξαφνιάστηκα τόσο άμεσα όταν ένιωσα κάτι να με αγγίζει. Η πρώτη σκέψη ήταν ότι ναι, νάτο ήρθε επιτέλους, είναι αυτό που περίμενες τόσο καιρό. Ακαριαία όμως η δεύτερη αυτόματη σκέψη ήταν η απόλυτη φρίκη ο τρόμος και το σύγκρυο καθώς ένιωθα τον καρπό μου να σφίγγεται από ένα παγωμένο χέρι που τα νύχια του έσκαβαν μέσα στο δέρμα μου.

   Δεν μπορώ να περιγράψω τη φρίκη και έναν έντονο πόνο στο στήθος να με χτυπάει καθώς προσπάθησα να τραβήξω το χέρι μου βίαια φωνάζοντας. Το ξερακιανό, με μεγάλα νύχια χέρι, που με κρατούσε έδειχνε να έχει μεγάλη δύναμη και με τραβούσε προς τα έξω. Άρχισα χωρίς να το καταλάβω να φωνάζω βοήθεια και με το αριστερό μου χέρι προσπάθησα να ελευθερώσω το δεξί μου από το βίαιο άγγιγμα ενώ ένιωθα τις τρίχες στο κεφάλι μου να σηκώνονται όρθιες σαν καρφιά και την ανατριχίλα να διαπερνά όλο μου το κορμί.

   Φώναξα δυνατά όσο πιο δυνατά μπορούσα σχεδόν ουρλιάζοντας "άσε με". Για μία στιγμή ένιωσα τις κορφές των κυπαρισσιών να με κοιτούν σκύβοντας προς το μέρος μου πιο μεγάλα και πιο σκοτεινά από ποτέ. Αστραπιαία το χέρι χαλάρωσε το φρικιαστικό του σφίξιμο και με έναν απροσδιόριστο περίεργο ήχο, τραβήχτηκε μακριά. Νιώθοντας ελεύθερο πια το χέρι μου με γρήγορες κινήσεις άρπαξα το δεξί παντζούρι και το έκλεισα όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Έμεινα για λίγο ακίνητος τρίβοντας τον καρπό μου και κοιτάζοντας το κόκκινο σημάδι που είχε αφήσει η φρίκη επάνω του.

   Δεν μπορούσα να εξηγήσω με τη λογική αυτό που μου συνέβαινε. Κάθισα στο κρεβάτι ανασαίνοντας γρήγορα και προσπαθώντας να κάνω την καρδιά μου να ξαναβρεί τους φυσιολογικούς της ρυθμούς, ενώ προσπαθούσα να αφουγκραστώ τι γινόταν έξω. Τίποτα, κανένας θόρυβος, μόνο ο αέρας πού για  όση ώρα έζησα αυτή την περιπέτεια είχε σταματήσει. Σκέφτηκα να καλέσω την αστυνομία αλλά κάτι με απέτρεψε. Στο μυαλό μου είχε χαραχτεί εκείνο το απαίσιο μυστηριώδες κοκκαλιάρικο χέρι και η δύναμη που είχε ασκήσει πάνω στο δικό μου, ήταν ακόμη εκεί και την ένιωθα να με σφίγγει ολοκληρωτικά. Δεν μπορώ να θυμηθώ πόσο κράτησε όλο αυτό αλλά εμένα μου φάνηκε αιώνας. Ο χρόνος σταμάτησε και πίστεψα για λίγο ότι αυτές είναι οι τελευταίες μου στιγμές.

   Οι μέρες πέρασαν γρήγορα και από τότε δεν μίλησα σε κανέναν για το συμβάν μόνο που αποφάσισα να μην ξανά ανοίξω αυτό το παράθυρο στην πίσω πλευρά του σπιτιού, εκείνο το παράθυρο με τη θέα στα σκοτεινά Κυπαρίσσια. Άνοιγα μόνο το τζάμι για να αερίζεται ο χώρος, το παντζούρι δεν το ξανά άνοιξα ποτέ μέχρι που έφυγα από αυτό το σπίτι βρίσκοντας να πω μία αληθοφανή δικαιολογία στον ιδιοκτήτη.

   Τώρα που γράφω αυτές τις λέξεις φέρνω μετά από τόσα χρόνια πάλι στο μυαλό μου εκείνη τη βραδιά. Η μνήμη της φρίκης έρχεται πάλι και πάλι να με συνταράξει και να μου θυμίσει μία εμπειρία που όμοια της δεν έχω ξαναζήσει και δεν έχω ξανακούσει ποτέ. Και που εύχομαι μέσα από την καρδιά μου να μην ξαναζήσω ούτε σαν εφιάλτη. Στο μυαλό μου έρχονται για άλλη μία φορά τα σοφά λόγια του Φρίντριχ Νίτσε. "Αν κοιτάξεις για πολλή ώρα την άβυσσο, στο τέλος και η άβυσσος θα κοιτάξει εσένα".

 

Χάρης Κανάκης

Αυλάκι Πόρτο Ράφτη

9 Ιουλίου 2020.

 

Πέμπτη 20 Μαΐου 2021

«Ο ένοικος του 102» (Διήγημα τρόμου του Χάρη Κανάκη)

 


        Η πόρτα του δωματίου με τον αριθμό 102 ανοίγει και ο ένοικος βγαίνει με αργά αλλά αποφασιστικά βήματα. Κατεβαίνει τις σκάλες κρατώντας μια τσάντα θαλάσσης και κατευθύνεται προς την έξοδο του ξενοδοχείου. Χαιρετάει τον υπάλληλο ευγενικά και διασχίζει το δρόμο που χωρίζει το ξενοδοχείο από τη θάλασσα. Η ζέστη αφόρητη αναγκάζει τους ανθρώπους να καταφύγουν σε εκείνη. Μία θάλασσα γαλήνια σα λίμνη αφού ο άνεμος έχει μέρες να κάνει την παρουσία του στην περιοχή και ο καυτός ήλιος είναι το μόνο αφεντικό τώρα πια. Τα δέντρα ακίνητα ρίχνουν την παχιά σκιά τους στην αμμουδιά χαρίζοντας λίγη δροσιά στους λουόμενους. Περπατάει με αργό βήμα κοιτάζοντας τους περαστικούς, είναι η τρίτη μέρα που βρίσκεται σε αυτή την παραθαλάσσια κωμόπολη. Μόνος όπως κάνει πάντα στις διακοπές του απολαμβάνει για λίγες μέρες τη θάλασσα σε ένα γαλήνιο ήρεμο μέρος χωρίς πολύ κόσμο και μακριά από την πρωτεύουσα που τον πνίγει. Με επιδέξιες κινήσεις αφήνει το σάκο του στην αμμουδιά και στρώνει την ψάθα πάνω στην καυτή άμμο. Βγάζει το t-shirt, το καπέλο και τα γυαλιά και χωρίς καθυστέρηση κατευθύνεται προς τη θάλασσα. Περπατάει με αποφασιστικότητα μες στο νερό χωρίς καμία καθυστέρηση, βουτάει και αφήνει το κορμί του να παραδοθεί στη μεγάλη γαλάζια απεραντοσύνη της. Με επιδέξιες κινήσεις ξανοίγεται και  γρήγορα βρίσκεται πολύ βαθιά πέρα από τις κίτρινες σημαδούρες που οριοθετούν την κολυμβητική περιοχή. Βουτάει και ξανά βουτάει στα καθαρά και διαυγή νερά απολαμβάνοντας τη δροσιά και τα γαλήνια βάθη. Σε κάθε βουτιά αντικρίζει τον υποθαλάσσιο κόσμο σαν να είναι το σπίτι του. Η γαλήνη και η ηρεμία που τον πλημμυρίζουν είναι ό,τι ωραιότερο έχει αισθανθεί, αγαπάει τη θάλασσα όσο τίποτε άλλο. Η ώρα περνά γρήγορα και χωρίς να το καταλάβει έχει βρεθεί πολύ βαθιά σχεδόν στο σημείο που περνούν τα καΐκια όταν φεύγουν για ψάρεμα. Κοιτάζει την ακτή και αναρωτιέται πόσο μακριά βρίσκεται. Ο ήλιος καυτός τον κοιτάζει από ψηλά και στέλνει τις ακτίνες του σκορπίζοντας παντού χρώμα.

   Μία τελευταία βουτιά και αποφασίζει να επιστρέψει στην ακτή. Με τα μάτια ανοιχτά όπως πάντα αντικρίζει στα βαθιά κάτι που του τραβάει την προσοχή για πρώτη φορά. Μοιάζει να είναι μία τεράστια αποικία από πολύ μακριά σκοτεινά φύκια. Έχοντας ξαναβουτήξει όμως σε αυτό το σημείο δεν θυμάται άλλη φορά να έχει δει κάτι τέτοιο. Συνεχίζει την κατάδυση ώσπου νιώθει στο αριστερό του πόδι ένα ανατριχιαστικό άγγιγμα. Γυρίζει απότομα να κοιτάξει και δεν βλέπει τίποτα, αποφασίζει να αναδυθεί. Ξεκουράζεται για λίγο και προσπαθεί να καταλάβει τι ήταν αυτό που τον άγγιξε. Κοιτάζει γύρω του βάζει το κεφάλι του κάτω από την επιφάνεια του νερού ψάχνοντας γύρω του αλλά τίποτα. Αποφασίζει να επιστρέψει. Κινείται γρήγορα με επιδέξιες κινήσεις όμως η απόσταση που έχει να διανύσει φαντάζει όλο και μεγαλύτερη. Ένα ρίγος τον διαπερνά καθώς συνειδητοποιεί ότι από κάτω του το χρώμα του βυθού έχει αλλάξει. Ένα σκούρο μαύρο χρώμα έχει απλωθεί κάτω από το σώμα του και επεκτείνεται με μεγάλη ταχύτητα στο γύρω χώρο. Δεν μπορεί να συνειδητοποιήσει τι συμβαίνει, συνεχίζει όμως να κολυμπά επιταχύνοντας προς την ακτή. Ξαφνικά νιώθει σε όλο του το σώμα κάτι να τον αγγίζει. Κάτι γλοιώδες σαν πλοκάμι πού κινείται με μεγάλη επιδεξιότητα. Την ανατριχίλα διαδέχεται ο πανικός και κάθε αίσθηση του είναι σε έξαψη. Για μία στιγμή σκέφτεται να φωνάξει βοήθεια όμως εντελώς αναπάντεχα νιώθει τεράστια πλοκάμια μαζί με γιγάντια φύκια να τυλίγουν το σώμα του και να τον τραβούν στο βυθό. Μία πνιχτή κραυγή βγαίνει από το στόμα του καθώς βυθίζεται κάτω από την επιφάνεια του νερού. Παλεύει απεγνωσμένα να ξεφύγει, αγωνίζεται με κάθε κύτταρο του οργανισμού του. Ο τρόμος ανεβάζει επικίνδυνα τους παλμούς της καρδιάς που την αισθάνεται έτοιμη να βγει από το στήθος του. Το αίμα κυλά γρήγορα στις φλέβες του και η αδρεναλίνη του θολώνει το μυαλό.

   Τα αυτοκίνητα συνεχίζουν να περνούν αργά επάνω στο δρόμο που χωρίζει το ξενοδοχείο με την ακτή και τα δέντρα ακίνητα ρίχνουν τη σκιά τους στους ανυποψίαστους ανθρώπους. Κανένας τους δεν έχει καταλάβει τίποτα. Μερικά λεπτά περνούν και ξαφνικά ένα περίεργο πλάσμα αρχίζει να βγαίνει από τη θάλασσα. Μία αλλόκοτη ύπαρξη που θυμίζει άνθρωπο που όλο του το κορμί είναι καλυμμένο με ανατριχιαστικά τεράστια φύκια από την κορφή ως τα νύχια. Μία γυναίκα ουρλιάζει με φρίκη καθώς τον κοιτάζει να βγαίνει αργά-αργά από τη θάλασσα. Ο πανικός μεταδίδεται σε δευτερόλεπτα σε όλη την παραλία. Κάποια παιδάκια φωνάζουν δυνατά τρομαγμένα και οι μανάδες τρέχουν να τα μαζέψουν πανικοβλημένες. Το πλάσμα κινείται αργά και βγαίνει από τη θάλασσα με μία ανεπαίσθητη βαριά κίνηση σαν να δυσκολεύεται να περπατήσει, αλλά και σαν να υποφέρει. Τα τεράστια σκοτεινά φύκια που είναι ριζωμένα στο δέρμα του τον καλύπτουν και κάνουν το θέαμα ανατριχιαστικό. Δεν φαίνονται μάτια, δεν φαίνεται πρόσωπο δεν φαίνεται σώμα, είναι ένας ανατριχιαστικός όγκος από μαύρα αποκρουστικά φύκια. Συνεχίζει να κινείται διασχίζοντας την παραλία και σε κάποια στιγμή σταματά και στρέφει το βλέμμα του αργά αργά προς τον ήλιο. Τα αυτοκίνητα έχουν σταματήσει και κορνάρουν και οι άνθρωποι ουρλιάζουν τρομοκρατημένοι ενώ τρέχουν προς κάθε κατεύθυνση προσπαθώντας να απομακρυνθούν. Δεν περνούν μερικά δευτερόλεπτα και εμφανίζεται ένα περιπολικό της αστυνομίας. Το πλάσμα γυρίζει το βλέμμα του προς τους αστυνομικούς και απλώνει τα χέρια του ικετευτικά. Προσπαθεί κάτι να πει αλλά κανείς δεν έχει διάθεση να ακούσει. Είναι η στιγμή που ο ήλιος καίει ολοκληρωτικά πάνω από τα κεφάλια όλων και ο ένας από τους δύο αστυνομικούς σημαδεύει με το περίστροφο του το πλάσμα. Του φωνάζει κάτι απειλητικό αλλά το πλάσμα συνεχίζει να κινείται προς το μέρος του με τα χέρια απλωμένα. Τα τεράστια φύκια κινούνται σαν μακριά μαλλιά και κάνουν κάθε του κίνηση ανατριχιαστική. Ο ψυχρός κρότος από το περίστροφο του αστυνομικού είναι το τελευταίο πράγμα που ακούγεται. Το πλάσμα σωριάζεται κάτω και μένει ακίνητο στην καυτή άσφαλτο. Για λίγο δεν ακούγεται τίποτα και αμέσως μετά με αργά βήματα ο αστυνομικός κινείται προς το μέρος του με προτεταμένο το περίστροφο. Όλοι έχουν βουβαθεί, κανείς δεν μιλάει και κοιτούν ακίνητοι, αποσβολωμένοι, τρομοκρατημένοι και άδειοι από σκέψεις.

   Μετά από λίγα λεπτά έρχεται ένα ασθενοφόρο που με δυσκολία προσεγγίζει την περιοχή μία και τα αυτοκίνητα και οι άνθρωποι έχουν κλείσει τελείως το δρόμο. Για λίγο περιεργάζονται με τρόμο το πλάσμα ώσπου κάποιος ρίχνει πάνω του ένα λευκό σεντόνι. Με βιαστικές κινήσεις  μαζεύουν το πτώμα, κλείνουν την πόρτα του ασθενοφόρου και υπό τον ήχο της σειρήνας απομακρύνονται γρήγορα. Οι συζητήσεις δίνουν και παίρνουν. Κανείς δεν μπορεί να καταλάβει τι έχει συμβεί. Την επόμενη μέρα που γίνονται οι έρευνες σχετικά με το συμβάν δηλώνεται μία εξαφάνιση ενός κυρίου που έμενε μόνος του στο ξενοδοχείο στο νούμερο 102, και κανείς δεν μπορεί να εξηγήσει τι πραγματικά έχει συμβεί. Οι τοπικές αρχές και ο τοπικός τύπος αποφασίζουν να μη δώσουν έκταση στο γεγονός. Είναι κάτι που θα κάνει πολύ κακό στον τουρισμό της περιοχής. Δεν είναι εποχές για τέτοια. Έπειτα από μερικές μέρες συζητήσεων η τοπική κοινωνία δεν συζήτησε ποτέ ξανά για το γεγονός. Κανείς δεν ήθελε να μιλήσει για εκείνη την παράξενη μέρα που ο καύσωνας είχε ταλαιπωρήσει τόσο πολύ τους ανθρώπους. Σαν να ήταν μία παραίσθηση μία ομαδική υστερία σαν να ήταν ένα γεγονός που δεν έγινε ποτέ. Κανένας δεν μπόρεσε ποτέ να καταλάβει τι πραγματικά έγινε. Το πλάσμα πήγε στα εργαστήρια της αστυνομίας για έρευνα όμως ακούστηκε ότι εντελώς ξαφνικά εξαφανίστηκε και κανένας δεν μπορούσε να καταλάβει τι απέγινε.

Όταν έφυγε εκείνο το ατέλειωτο καλοκαίρι, οι άνθρωποι δέχτηκαν με μεγάλη χαρά τις πρώτες βροχές του φθινοπώρου. Η βροχή ξέπλυνε ανθρώπους, δρόμους, κτίρια και μνήμες, Εκείνες τις τρομερές μνήμες που έπρεπε να βρεθεί τρόπος να καθαριστούν. Το δωμάτιο με τον αριθμό 102 δεν ξαναχρησιμοποιήθηκε ποτέ, κλειδώθηκε και έμεινε για πάντα αχρησιμοποίητο. Ποτέ κανένας δεν μίλησε για το συμβάν και πολύ γρήγορα η ζωή στην παραθαλάσσια κωμόπολη επέστρεψε στους κανονικούς της ρυθμούς, με την πλήξη του χειμώνα και τον καύσωνα του καλοκαιριού να τους συντροφεύει.


Χάρης Κανάκης

Καμένα Βούρλα 

1η Αυγούστου 2019

Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου 2020

"Το μωρό" (πολύ μικρό διήγημα) Χάρης Κανάκης 24-9-20



«Το μωρό» (πολύ μικρό διήγημα).

 

"Ακούγεται πάλι αυτό το σπαρακτικό κλάμα μωρού που σκίζει παράφωνα τη γαλήνη της νύχτας. Κρατάς για λίγο την αναπνοή σου και βεβαιώνεσαι πως το ακούς στα αλήθεια.

Νιώθεις ανήμπορος  να κάνεις κάτι και ένα αίσθημα θλίψης σε κυριεύει. Το κλάμα σταματάει για λίγο και έπειτα συνεχίζεται δυνατότερο και πιο επίμονο από ποτέ.

Έρχεται από το απέναντι σπίτι με τα σκοτεινά παράθυρα και τα σπασμένα κεραμίδια.

Ένα κλάμα μωρού που σπαράζει αβοήθητο στην κούνια του την ώρα που όλοι κοιμούνται.

Αυτό όμως δεν είναι το μόνο πρόβλημα. Δεν είναι καν πρόβλημα το ότι μάλλον κανείς άλλος εκτός από σένα δεν τ' ακούει. Αυτό που σε φοβίζει περισσότερο και κάνει το αίμα στις φλέβες σου να παγώνει, είναι πως αυτό το σπίτι απέναντί σου είναι εδώ και είκοσι χρόνια ακατοίκητο..."

 

Χάρης Κανάκης

Νέα Φιλαδέλφεια

24-9-20


Δευτέρα 13 Ιουλίου 2020

"Τελευταίες ώρες στον πλανήτη Sirah68"- Διήγημα Επιστημονικής Φαντασίας του Χάρη Κανάκη



"Τελευταίες ώρες στον πλανήτη Sirah68" 
Διήγημα Επιστημονικής Φαντασίας

Εισαγωγικό σημείωμα.
   
   Σε έναν φανταστικό κόσμο και πλανήτη αλλά και ακαθόριστο χρόνο, ίσως στο μέλλον, ίσως στο πολύ μακρινό παρελθόν, ένα πλάσμα που θα μπορούσε να είναι άνθρωπος, αλλά και οτιδήποτε άλλο ένζωο, δεν έχει σημασία, μία οντότητα που να μπορεί να σκέφτεται και να ενεργεί, μαζί με το δάσκαλό του και πνευματικό του καθοδηγητή, διασχίζουν μία μεγάλη απόσταση στο κατεστραμμένο πλανήτη τους, κατευθυνόμενοι προς το τελευταίο στίγμα πολιτισμού που έχει απομείνει, στη μοναδική κοιτίδα φωτός πάνω στον πλανήτη, που το όνομά του είναι Sirah68.
   Στο δρόμο ο ήρωας έχει να αντιμετωπίσει δύσκολους πειρασμούς και αντιξοότητες τις οποίες προσπαθεί να ξεπεράσει με τη βοήθεια του μυαλού του, πνευματικών οντοτήτων που τον βοηθούν, αλλά και του δασκάλου του, κάποια στιγμή μετά από πολλές περιπέτειες, καταφέρνει να φτάσει στον προορισμό του έχοντας, στην πορεία, χάσει τον δάσκαλό του και ένα μεγάλο κομμάτι του εαυτού του.
   Η πορεία προς την κοιτίδα του φωτός συμβολίζει τον πνευματικό αγώνα του μαχητή. Το ζοφερό περιβάλλον που αντιμετωπίζει και η καταστροφή γύρω του συμβολίζουν τη σημερινή κατάπτωση και πολιτιστική φτώχεια, ο αγώνας που δίνει για να επιβιώσει και να φτάσει στο φως είναι πνευματικός και εντέλει είναι εκείνος που θα τον διαμορφώσει σε κάτι νέο λαμπερό και μοναδικό. Φτάνοντας στον προορισμό του δεν θα είναι πια ο ίδιος. έχει μεταμορφωθεί όπως η κάμπια μεταμορφώνεται σε πεταλούδα.
Με τη μετάλλαξή του κάτι νέο έχει γεννηθεί μέσα του που ίσως είναι ικανό να αλλάξει όλο τον κόσμο.

---------------------------------------------------------------------------------

   Περπατάμε συνεχώς μέρες και μέρες, ατελείωτες ώρες σε αυτό το αφιλόξενο μέρος χωρίς νερό χωρίς τροφή με πολύ λίγη ξεκούραση. Εξαντλημένοι προσπαθούμε να προχωρήσουμε εκεί που βρίσκεται η μοναδική ελπίδα σωτηρίας μας. Τα τρία φεγγάρια δορυφόροι του πλανήτη Sirah68, φέγγουν το ένα πίσω από το άλλο λες και το ένα τραβάει το άλλο με μία αόρατη κλωστή. Πρώτα βγαίνει το γαλάζιο, που είναι το πιο μικρό, μετά από τριαντατρία λεπτά ακολουθεί από την ανατολή το δεύτερο ασημί που είναι λίγο μεγαλύτερο από το πρώτο και έπειτα από άλλα τριαντατρία λεπτά ακολουθεί το τρίτο και μεγαλύτερο κατακόκκινο και λαμπερό. Όταν μεσουρανήσουν και τα τρία μαζί το φως είναι αρκετό για να βλέπουμε πού πατάμε και να μπορούμε να προσανατολιστούμε.
   Ο δάσκαλός μου είναι πολύ ταλαιπωρημένος από την πορεία, με δυσκολία ανασαίνει και το βάδισμα του έχει γίνει βαρύ και ασταθές. Οι πνεύμονες του έχουν κουραστεί από την έλλειψη οξυγόνου μία και η δεύτερη συσκευή παροχής οξυγόνο που είχαμε μαζί μας έχει εδώ και μέρες χαλάσει και αναγκαστήκαμε να την αφήσουμε πίσω μας, έτσι μοιραζόμαστε τη μοναδική συσκευή που μας έχει μείνει μία και η ατμόσφαιρα εδώ στο Sirah68 είναι φτωχή σε οξυγόνο όπως όταν βρίσκεσαι σε μεγάλο υψόμετρο. Πρέπει όμως να συνεχίσουμε πρέπει να φτάσουμε στη δυτική πλευρά του πλανήτη εκεί που υπάρχει η τελευταία κοιτίδα πολιτισμού. Όντα σαν και μας βρίσκονται εκεί απομονωμένα από όλη την ζοφερή κατάσταση που επικρατεί στον πλανήτη εδώ και πολύ καιρό. Ήλιος δεν υπάρχει να φωτίζει και να δίνει ζωή όπως τη μάθαμε στην εκπαίδευσή μας. Σκοτάδι επικρατεί την περισσότερη ώρα, απλώνεται απειλητικό, με εκείνες της μοχθηρές οντότητες που περιφέρονται γύρω μας να δοκιμάζουν τα όριά μας κάθε στιγμή. Έχουν πάρει μέχρι τώρα και τους έντεκα συντρόφους που ξεκίνησαν μαζί μας αυτό το μεγάλο ταξίδι. Τώρα έχουμε μείνει μόνοι μας ο δάσκαλος και εγώ. Εκείνος προσέχει εμένα και εγώ προσέχω εκείνον. Τις λίγες ώρες που έχουμε φως από τα τρία φεγγάρια- δορυφόρους, έχουμε τη δυνατότητα να βρούμε μικρές πηγές με νερό και εκείνη την πολύτιμη ρίζα με το άμυλο που μας κρατάει ζωντανούς εδώ και μέρες.
   Όσο κουρασμένος και αν αισθάνομαι έχω μία περίεργη αίσθηση ότι κάτι όμορφο θα συμβεί στο τέλος της διαδρομής μας. Έχω αρχίσει τελευταία και αισθάνομαι μία περίεργη χαρά και μία αίσθηση ευφορίας να με πλημμυρίζει. Αισθάνομαι γύρω μου ένα πνευματικό κόσμο να θέλει κάτι να μου πει, ίσως να θέλει να με βοηθήσει. Είναι ό,τι πολυτιμότερο έχω σαν βοηθό για να μπορέσω να συνεχίσω την πορεία μου μέσα σ' αυτό το τόσο αφιλόξενο περιβάλλον που η θερμοκρασία του σε εξαντλεί και το έδαφος του τόσο άγριο ταλαιπωρεί όλο σου το σώμα.
   Καθώς περπατούμε, παράξενες σκιές βλέπω  να κρύβονται πίσω από τους βράχους και τις πέτρες. Πολλές φορές έχω την αίσθηση ότι κάποιος μας ακολουθεί νιώθοντας την απειλητική παρουσία του να μετράει κάθε μας κίνηση και να κινείται με ταχύτητα γύρω μας προσπαθώντας να μας αποπροσανατολίσει. Ο δάσκαλος αμίλητος συνεχίζει με υπερπροσπάθεια να κινείται ακολουθώντας το φιδωτό μονοπάτι που γνωρίζει μόνο εκείνος τον προορισμό του. Τον ακολουθώ από κοντά και είμαι ανά πάσα στιγμή έτοιμος να στηρίξω το βαρύ σώμα του σε κάθε στραβοπάτημα.
   Όλα τα σημάδια μας δείχνουν ότι πλησιάζουμε στον προορισμό μας. Έχουμε και οι δύο την αίσθηση ότι το φως θα κατακλύσει το μυαλό μας και η ψυχή μας θα βρει τη Γαλήνη που αναζητά εδώ και πολύ καιρό. Ακόμα και οι μικρές πήγες πού βρίσκουμε με το υπερπολύτιμο νερό είναι τώρα περισσότερες  ξεδιψούν τη δίψα μας και ξεκουράζουν τις αισθήσεις μας. Οι αρνητικές οντότητες έχουν σταματήσει να μας ενοχλούν εδώ και κάμποση ώρα και ένα αίσθημα αισιοδοξίας πλησιάζει σαν απαλό αεράκι.
   Έπειτα από μία μεγάλη ανάβαση σε έναν πολύ απότομο λόφο που το χώμα του και οι πέτρες του είναι κατακόκκινες φτάνουμε σε ένα πλάτωμα και αποφασίζουμε να ξεκουραστούμε. Ο δάσκαλος χωρίς να μιλήσει σηκώνει αργά το χέρι του και δείχνει προς το βάθος του ορίζοντα κάτι που μου φαίνεται γνώριμο. Προσπαθώ να συγκεντρωθώ και να κοιτάξω αυτό που μου δείχνει. Είναι το εκτυφλωτικό μακρινό φως ενός νέου ήλιου που φαίνεται να δύει πίσω από τα άγρια βουνά. Είναι το φως του έντονο και μου θυμίζει εκείνα τα οράματα που είχα κατά τη διάρκεια της πορείας μας όλο αυτό το διάστημα. Μία χαρά με πλημμυρίζει και νιώθω το σώμα μου να συνταράσσεται. Νιώθω νέα μέλη στο κορμί μου να θέλουν να ξεπηδήσουν. Ένα νέο χέρι ένα νέο πόδι ίσως ένα νέο κεφάλι να ξεφυτρώσει στη θέση του παλιού. Ή μπορεί να μείνει και αυτό ταυτόχρονα με το παλιό και να έχω τώρα πια δύο κεφάλια, να έχω τρία χέρια και να έχω τρία πόδια. Η χαρά μου είναι μεγάλη καθώς νιώθω να μεταμορφώνομαι ενώ η πλάτη μου έχει αρχίσει να με πονάει, βλέπω με έκπληξη στους ώμους μου να φυτρώνουν δύο μεγάλα φτερά. Ο δάσκαλος με κοιτάζει με μεγάλη έκπληξη καθώς μεταμορφώνομαι σε κάτι νέο. Έχει πέσει στα γόνατα και πιάνοντας το κόκκινο χρώμα στα χέρια του φτύνει στις παλάμες του και προσπαθεί να φτιάξει λάσπη. Έπειτα με καλεί κοντά του και μου γεμίζει το κεφάλι και το πρόσωπο με αυτό το περίεργο μείγμα. Έχει καλύψει τώρα όλο μου το κεφάλι και το πρόσωπο εκτός από τα μάτια. Τον κοιτώ με ευγνωμοσύνη, τον αγκαλιάζω και αρχίζω να του μιλάω σε μία γλώσσα που δεν καταλαβαίνω. Ήχοι περίεργοι βγαίνουν από το στόμα μου που νομίζω ότι έρχονται από πίσω μου, από πάνω μου από παντού αλλά όχι από μέσα μου. Εκείνος δείχνει να καταλαβαίνει τι του λέω και μου γνέφει καταφατικά. Κάτι μου λέει στην ίδια γλώσσα και εγώ τον ακούω με προσοχή. Οι κινήσεις μας και η γλώσσα του σώματος δείχνουν ότι αποχαιρετιόμαστε. Το μεγάλο μας ταξίδι και το μεγάλο μας δέσιμο έχει φτάσει στο τέλος του. Ήρθε η ώρα να αποχωριστούμε ο ένας τον άλλον. Του δίνω τη συσκευή του οξυγόνου την οποία δεν χρειάζομαι πια μια και νιώθω να αναπνέω κανονικά χωρίς να έχω κανένα πρόβλημα με την ατμόσφαιρα. Τον αγκαλιάζω και δίνω μια μεγάλη ώθηση με τα πόδια μου προς τα πάνω. Τώρα αιωρούμαι, πετώ προς τα δυτικά προς το φώς, προς τη νέα ολοκλήρωση, προς την αναγέννηση. Κινούμαι με ταχύτητα και βλέπω από κάτω τα λαξευμένα μονοπάτια τις οντότητες και τις σκιές σαν μικρές κουκίδες σε πίνακα ζωγραφικής. Δεν με φοβίζει πια τίποτα και ανασαίνω με λαχτάρα τον αέρα γεμίζοντας τα πνευμόνια μου με αυτό το αέριο που πριν λίγο μπορούσε να με σκοτώσει. Τα φτερά μου είναι τεράστια και απομακρύνομαι όλο και πιο γρήγορα από το σημείο του κόκκινου λόφου. Πλησιάζω όλο και περισσότερο στον προορισμό μου που τώρα φαίνεται πιο κοντά από ποτέ. Φώς κατακλύζει την ύπαρξή μου και ένα ουράνιο μονοπάτι μέσα από νεφελώματα με οδηγεί στη Νέα Ζωή, στη Νέα Ύπαρξη, στις οντότητες της Ομορφιάς και της Γαλήνης. Νιώθω συμπόνια και ανεκτικότητα για όλα τα πλάσματα γύρω μου, είμαι η νέα ύπαρξη που πέρασε τη δοκιμασία και αναγεννήθηκε μέσα από το κουκούλι της. Αγαπώ, αισθάνομαι, δημιουργώ επεξεργάζομαι, εκτελώ, ερμηνεύω.
   Πλημμυρισμένος από όμορφα αισθήματα προσγειώνομαι επιτέλους σ' εκείνο το γαλήνιο τόπο που όλοι μας ονειρευτήκαμε όταν ξεκινούσαμε αυτό το ταξίδι. Έχω αφήσει πίσω μου τον πόνο, τη δίψα, την κούραση, την ταλαιπωρία, το φόβο και μαζί άφησα πίσω και την κακία και τη ζήλια, την ανασφάλεια και τον εγωισμό. Κρύβονταν καλά σε κάθε μας βήμα πίσω από κάθε πέτρα και από κάθε στροφή μας περίμεναν έτοιμοι να μας κατασπαράξουν να μας εξοντώσουν. Τώρα είμαι μόνος μου μέσα σε αυτό το γαλήνιο μέρος έχοντας στο μυαλό και στην ψυχή μου το δάσκαλό, τους συντρόφους αλλά και το μέλλον. Ένα μέλλον που έρχεται με γρήγορο βηματισμό πίσω από τα άγρια βουνά. Ακούω το θόρυβο της νέας ζωής, την ελπίδα και το φως να πλησιάζουν και να είναι έτοιμοι να πλημμυρίσουν όλο τον πλανήτη και όλο το σύμπαν.
   Δεν έχω τίποτα άλλο να πω, ό,τι είχα να πω το είπα και ότι είχα να κάνω το έκανα. Τώρα αναλαμβάνει εργασία «το ένστικτο», τώρα αναλαμβάνει ρόλο «το μεγάλο φως», τώρα είναι «η μεγάλη στιγμή της μεταμόρφωσης».  Αγαπώ, αισθάνομαι, δημιουργώ επεξεργάζομαι, εκτελώ, ερμηνεύω. Χαιρετώ. Μόλις έφτασα στον προορισμό μου. Κουράστηκα πολύ να φτάσω. Και θα μείνω για πάντα εδώ.

Χάρης Κανάκης
Πόρτο-Ράφτη
11 ιουλίου 2020


Πέμπτη 23 Απριλίου 2020

Χάρη Κανάκη "Το κορίτσι του σούπερ μάρκετ" (Διήγημα μυστηρίου)





   

   Η συρόμενη πόρτα του συνοικιακού μεγάλου καταστήματος άνοιξε αργά και μου άφησε ένα μικρό περιθώριο να ξανασκεφτώ αν θα κάνω το πρώτο βήμα. Τελικά αποφάσισα να μπω κρατώντας τη μεγάλη τσάντα για τα πράγματα που θα αγόραζα.
   Έπειτα από τα πρώτα βήματα στον διάδρομο δεξιά, την είδα στο βάθος για άλλη μία φορά να μεταφέρει τα μεγάλα πακέτα από την αποθήκη στα ράφια, σέρνοντας με δυσκολία το μεγάλο καρότσι της τροφοδοσίας. Φαίνεται ότι μόλις πριν λίγο είχε βγει από τη μεγάλη αποθήκη όπως έκανε πάντα. Είχε φορτώσει όπως πάντα από την αποθήκη τα πράγματα που έπρεπε να μπουν στα ράφια και είχε αρχίσει να δουλεύει με μεθοδικότητα.
   Τα μαλλιά της μαύρα, μακριά και σγουρά, έπεφταν στους περήφανους ώμους της και τα μάτια πάντα το ίδιο θλιμμένα αλλά λαμπερά, κοιτούσαν το κάθε τι με υπομονή και καρτερία. Καθώς έσκυβε να βάλει κάποια προϊόντα στο κάτω ράφι είδα για άλλη μία φορά τους καλλίγραμμους γλουτούς της να διαγράφονται μέσα από τη ρόμπα εργασίας. Για μία στιγμή ένιωσα μία αστραπιαία αναστάτωση αλλά συνέχισα να περπατώ κάνοντας πώς ψάχνω τα ράφια και πλησιάζοντας όλο περισσότερο κοντά της θέλοντας για άλλη μία φορά να μυρίσω το άρωμα της. Εκείνη την περίεργη μίξη φτηνού αρώματος και ιδρώτα που ξεσήκωνε τις αισθήσεις μου. Δεν είχα ποτέ βρει το θάρρος να της μιλήσω και μία φορά που διασταυρώθηκαν τα βλέμματά μας βιάστηκα να στρέψω τα μάτια μου αλλού νικημένος.
   Ήξερα το όνομά της μια και άκουγα τους συναδέλφους της να τη φωνάζουν, όμως μέσα στο μυαλό μου πάντα δέσποζε ένα και μόνο όνομα. Ήταν για μένα εκείνο το γοητευτικά παράξενο "κορίτσι του σούπερ μάρκετ". Εκείνο το κορίτσι που δεν του έριχνες δεύτερη ματιά γιατί βιαζόσουν. Εκείνο το κορίτσι που προσπερνούσες φορτωμένος με τις τσάντες ή σπρώχνοντας αποκαμωμένος το καρότσι σου ψάχνοντας τα ράφια. Εκείνο το κορίτσι του σούπερ μάρκετ που ήταν πάντα εκεί δίπλα σου αλλά εσύ δεν το έβλεπες. Πολλές φορές αναρωτήθηκα μήπως ήμουν ο μόνος που την έβλεπε, μήπως ήμουν ο μόνος που αναζητούσα τη μυρωδιά της, μήπως ήμουν ο μόνος που έβλεπα στα μαλλιά της, τα αφρισμένα νερά ενός καταρράκτη και το θλιβερό στολίδι της δυστυχίας να κρέμεται από το λαιμό της.
   Τώρα βρισκόμουν δίπλα της και ρουθούνιζα τον αέρα ψάχνοντας την μυρωδιά της. Εκείνη έχοντας λες μάτια παντού, μετακίνησε το υπέροχο κορμί της λίγο στην άκρη για να περάσω. Δεν μου έριξε ούτε μία ματιά, λες και όλοι γύρω της ήταν διάφανοι όπως και εκείνη. Λες και ζούσε σε ένα διάφανο κόσμο και ήταν ένα κορίτσι που δεν μπορούσες να αγγίξεις παρά μόνο να δεις και να μυρίσεις. Μια σιλουέτα που απευθυνόταν μόνο στις αισθήσεις σου, απόμακρη, όμορφη και αέρινη. Φορώντας εκείνη την αδιαπέραστη ρόμπα με το γελοίο πολύχρωμο σήμα της αλυσίδας των σούπερ μάρκετ στο στήθος, δεν μπορούσε εύκολα κάποιος να ξεχωρίσει τι υπήρχε από κάτω, κάνοντας την ομορφιά της αδιαπέραστη και δυσδιάκριτη για εκείνους που βιάζονταν, αλλά όχι για κάποιον που είχε πάντα μία δεύτερη ματιά για την ομορφιά. Για εκείνον που αναζητούσε την ομορφιά διαρκώς όπως το διψασμένο ελάφι, το νερό στο κρυμμένο ρυάκι.
   Τα χέρια της ήταν λεπτά μα δυνατά και έπιαναν με δύναμη τα πακέτα και τα προϊόντα βάζοντάς τα σε τάξη με υποδειγματική επιδεξιότητα. Την παρατηρούσα καιρό τώρα να εργάζεται με μεθοδικότητα και να αφήνει τη διάφανη γοητεία της να κυλάει στο πέρασμά της. Μία γοητεία που δεν ήταν για όλους, παρά μόνο για εκείνους που είχαν αντικρίσει την ασχήμια γύρω τους, την είχαν βαρεθεί και τώρα αναζητούσαν την ομορφιά στα ταπεινά, τα μικρά και τα κρυμμένα. Για εκείνους που αναζητούσαν την ομορφιά σε ένα φευγαλέο βλέμμα, στο αμυδρό χαμόγελο ενός προσώπου, στη μυστηριώδη κίνηση μιας ερωτικής σιλουέτας. Εκείνη την ομορφιά που βρίσκεται πίσω από τους πυκνούς θάμνους που κανένας δεν παραμερίζει για να δει τι υπάρχει, που περπατούν το μονοπάτι στο βουνό και λίγο πριν το τέλος του απογοητεύονται και παίρνουν το δρόμο της επιστροφής κατάκοποι χωρίς να δουν πού καταλήγει.
   Την προσπερνώ και τη νιώθω να κατευθύνεται προς την αντίθετη μεριά του διαδρόμου. Με απογοήτευση τη βλέπω να απομακρύνεται. Χωρίς να το θέλω, με την άκρη του ματιού μου παρατηρώ το στήθος της, που σαν λεμόνι σκληρό και ζουμερό προσπαθεί να σκίσει το ύφασμα.
   Την ακολουθώ από απόσταση και την κοιτάζω προσπαθώντας να μη με δουν. Για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου έχω ένα αδιευκρίνιστο περίεργο συναίσθημα ότι δεν θα την ξαναδώ ποτέ. Κατευθύνεται σπρώχνοντας το άδειο καρότσι της τροφοδοσίας προς την αποθήκη που βρίσκεται πίσω από τα ταμεία. Σπρώχνει τα πελώρια πλαστικά που υπάρχουν στην είσοδο, που στέκουν εκεί σαν ξεραμένα μυστηριώδη φύκια της θάλασσας των Σαργάσσων και εκείνα παραμερίζουν υπάκουα στο άγγιγμα της. Προσπαθώ να συγκεντρωθώ και να ψάξω τα πράγματα που χρειάζομαι για το σπίτι. Κάνω μερικούς γύρους στους διαδρόμους βαριεστημένα και πετάω νευρικά μέσα στο καρότσι πακέτα, μπουκάλια και συσκευασίες. Στα τυριά όπως πάντα έχει ουρά, παίρνω αριθμό προτεραιότητας και περιμένω τη σειρά μου, παράλληλα κοιτάζω την είσοδο της αποθήκης πίσω από τα ταμεία μήπως τη δω να βγαίνει. Τίποτα, η ώρα περνά αργά και βασανιστικά, έρχεται η σειρά μου και ο υπάλληλος με ρωτάει χαμογελώντας τι χρειάζομαι. Δύο γριές δίπλα μου τσακώνονται για τη σειρά τους, ένας ηλικιωμένος κύριος κάτι με ρωτάει και με δυσκολία του απαντάω πως δεν γνωρίζω, προσπαθώντας να τον αποφύγω ευγενικά. Έπειτα από λίγο φεύγω από τα τυριά και κατευθύνομαι προς τα ταμεία έχοντας πάντα καρφωμένο το μάτι μου στην είσοδο της αποθήκης. Καμία κίνηση, το κορίτσι του σούπερ μάρκετ δεν λέει να φανεί και τα πλαστικά κρέμονται ακίνητα περιμένοντας κάποιος να τα αγγίξει στο πέρασμά του. Πληρώνω απογοητευμένος την υπάλληλο στο ταμείο και παίρνω τις γεμάτες τσάντες ρίχνοντας μία τελευταία ματιά. Κατευθύνομαι προς την έξοδο και προσπαθώ να μυρίσω τον αέρα ψάχνοντας τη μυρωδιά της. Η συρόμενη πόρτα κλείνει πίσω μου με θόρυβο.
   Στο σπίτι εκείνο το απόγευμα η ώρα περνούσε αργά και βασανιστικά. Έφαγα κάτι πρόχειρο, χάζεψα λίγο τηλεόραση και έπεσα νωρίς για ύπνο. Το επόμενο πρωί καθώς άνοιξα την μπαλκονόπορτα είδα δύο γειτόνισσες στην απέναντι πολυκατοικία να συζητούν με μεγάλο ενδιαφέρον η καθεμία από το μπαλκόνι της. Άθελά μου άκουσα σκόρπιες λέξεις από αυτά που έλεγαν και μπερδεμένα νοήματα διέγειραν το ενδιαφέρον μου περισσότερο. Η λέξη "εξαφανίστηκε" και η λέξη "σούπερ μάρκετ" έκαναν ανησυχητικούς συνειρμούς στο μυαλό μου. Λίγο αργότερα μπαίνοντας στο ιντερνέτ εμφανίστηκε σαν πρώτη είδηση στα τοπικά νέα η εξαφάνιση μιας νεαρής κοπέλας που δούλευε στο σούπερ μάρκετ κοντά στο σπίτι μου. Οι τελευταίες μαρτυρίες έλεγαν ότι καθώς έκανε τη δουλειά της και μπαίνοντας στην αποθήκη τροφοδοσίας κανένας δεν την είδε να ξαναβγαίνει μέχρι το κλείσιμο της βάρδιας. Τελευταία φορά την είδε ένας υπάλληλος ο οποίος κατέθεσε πώς την είδε να ψάχνει κάτι απροσδιόριστο μέσα σε μεγάλα άδεια χαρτόκουτα. Στην αστυνομία κατέθεσε πώς της μίλησε αλλά εκείνη δεν του απάντησε. Μία ανατριχίλα διαπέρασε τη σπονδυλική μου στήλη και ένιωσα τις τρίχες σε όλο μου το σώμα να σηκώνονται. Η αστυνομία μιλούσε για μία πολύ περίεργη υπόθεση εξαφάνισης και οι έρευνες είχαν αρχίσει ήδη από χθες αργά το βράδυ. Δεν μπορούσα να συνειδητοποιήσω ό,τι διάβαζα. Νόμιζα ότι βρίσκομαι σε όνειρο. Πώς ήταν δυνατόν να συμβεί κάτι τέτοιο! Πώς εξαφανίζεται ένας άνθρωπος έτσι ξαφνικά μπροστά στα μάτια όλων. Ήμουν εκεί, την κοίταζα, ήταν δίπλα μου, τη μύριζα, μπορεί μαζί με μένα να την κοιτούσαν και άλλοι ή ήμουν ο μόνος; Πώς είναι δυνατόν να είναι αλήθεια όλα αυτά.
   Πέρασαν αρκετές μέρες και κανένα νεότερο δεν υπήρχε για την εξαφάνιση αυτής της κοπέλας. Όλη η γειτονιά αλλά και όλη η πόλη μιλούσε για αυτή την περίεργη εξαφάνιση. Αυτό το κορίτσι που όλοι γνώριζαν το όνομά του και το είχαν στο στόμα τους είχε εξαφανιστεί εντελώς ξαφνικά μπαίνοντας σε αυτήν την αποθήκη τροφοδοσίας στο συνοικιακό σούπερ μάρκετ που δούλευε. Μπήκε μέσα στην αποθήκη, πέρασε αυτή την πόρτα και πότε δεν ξαναβγήκε. Δεν βρέθηκε κανένα ίχνος της ούτε κάποιο προσωπικό της αντικείμενο, μία τσάντα, μία ποδιά, ένα κοκαλάκι από τα μαλλιά της, τίποτα. Τα βράδια που ακολούθησαν δεν μπορούσε να με πάρει ο ύπνος, είχα στο μυαλό μου τα μάτια της, με όλη εκείνη τη θλιμμένη και περίεργη λάμψη να κοιτάζουν τα ράφια και τα αντικείμενα γύρω της. Ένα σύννεφο είχε καλύψει το μυαλό μου και σκοτεινές σκέψεις με είχαν πλημμυρίσει. Τι συνέβη σε αυτό το κορίτσι! Πώς είναι δυνατόν να εξαφανίστηκε ένας άνθρωπος μέσα σε τόσο κόσμο!
   Το θέμα έγινε πρώτη είδηση στα δελτία της τηλεόρασης, οι έρευνες συνεχίστηκαν στο συγγενικό και φιλικό περιβάλλον της. Καμία ένδειξη καμία μαρτυρία, τίποτα που να υπονοεί έστω ότι κάτι άσχημο μπορούσε να της έχει συμβεί. Μία πολύ περίεργη εξαφάνιση, ένα πολύ περίεργο συμβάν που αναστάτωσε για καιρό την τοπική κοινωνία και ποτέ μα ποτέ δεν εξιχνιάστηκε στο πέρασμα των χρόνων.
Έπειτα από μερικούς μήνες το σούπερ μάρκετ έκλεισε. Κάποιοι είπαν ότι πουλήθηκε η εταιρεία σε άλλον ιδιοκτήτη και εκείνος αποφάσισε να το κλείσει. Η ιστορία του κοριτσιού έμεινε στη μνήμη όλων σαν μία σκοτεινή πινελιά σε έναν κακό πίνακα ζωγραφικής. Τα ερωτηματικά έδωσαν τη θέση τους στις αδιευκρίνιστες ενοχές, που κανείς δεν μπορούσε να προσδιορίσει από πού προέρχονταν. Τι πραγματικά συνέβη στο κορίτσι του σούπερ μάρκετ! Η σκέψη της με τα χρόνια μέσα μου ξεθώριασε και έμεινε μόνο μία περίεργη αίσθηση πίκρας και ερωτηματικών. Ερωτηματικά που δεν απαντήθηκαν ποτέ και μόνο μία ανεπαίσθητη ανάμνηση ξεφλουδισμένης ομορφιάς έμεινε στο πίσω μέρος του μυαλού μου να με στοιχειώνει για πάντα.

Χάρης Κανάκης

Νέα Φιλαδέλφεια

4 Αυγούστου 2019

Παρασκευή 19 Οκτωβρίου 2018

«Το μυστικό του παπαγάλου» (διήγημα του Χάρη Κανάκη)



        Είναι απόγευμα. Η στιγμή που ο ήλιος στέλνει το τελευταίο του πλάγιο φως στη γη, για να φωτίσει ό,τι έμεινε με λάθος σκιές όλη τη μέρα. Είναι η σωστή ώρα. Σε λίγο θα έρθουν. Είναι η ώρα τους. Εκείνο το τεράστιο σμήνος από τους καταπράσινους παπαγάλους θα περάσει σε λίγο με μεγάλη ταχύτητα πάνω από τα κεφάλια μας. Νάτοι! Ακούγονται οι φωνές τους και οι πρώτοι από αυτούς άρχισαν να φαίνονται στον ορίζοντα. Φλύαροι, φασαριόζοι, απαιτητικοί. Αυτό το μυστικό τους πέρασμα θα γίνει μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, όπως σχεδόν κάθε μέρα, πάνω από τα κεφάλια μας, γρήγορα και αποφασιστικά. Λίγοι το γνωρίζουν και ακόμη πιο λίγοι τους έχουν δει. Πετούν σαν σαΐτες ερχόμενοι από το Άλσος της πόλης στα Ανατολικά, με κατεύθυνση προς τα χαμηλά βουνά της δύσης. Ελέγχουν στο πέρασμά τους την πορεία. Να είναι γρήγορο το πέρασμα να μην προλάβει να τους δει κανείς μας.
     Τώρα το πράσινο σμήνος βρίσκεται πάνω από τα κεφάλια μας και για λίγα δευτερόλεπτα προλαβαίνουμε να τους δούμε καθαρά, μέχρι η πορεία τους να διασταυρωθεί με τον ήλιο που δύει. Αυτό ήταν, τελείωσε όσο γρήγορα ξεκίνησε. Οι φωνές τους τώρα απομακρύνονται με το σβέλτο φτερούγισμά τους να τους οδηγεί στον μυστικό τους προορισμό. Κανείς δεν ξέρει από πού ακριβώς έρχονται, που πάνε, τι είναι εκείνο που δημιούργησε τούτο το εξωτικό σμήνος, το τελείως ξένο με την πανίδα του τόπου μας. Κρατάνε καλά κρυμμένο το μυστικό τους και όσοι λένε πως γνωρίζουν, έχουν ριζωμένη μέσα τους για τα καλά την αμφιβολία.
     Η πόλη ντύνεται με το σκοτεινό της ρούχο και ετοιμάζεται να ξεκουραστεί. Μια τηλεόραση από το διπλανό ανοιχτό παράθυρο, και η φωνή της παρουσιάστριας διεκδικεί την προσοχή σου και καλύπτει για λίγο τους εξωτερικούς ήχους. Δεν υπάρχει ώρα για ρέμβη, εξάλλου κανείς πλέον δεν κοιτάζει ψηλά. Γιατί να το κάνει, τι να δει που δεν το έχει ξαναδεί. Ο ήχος από ένα κινητό ηλεκτρίζει την ατμόσφαιρα, και είναι πλέον η ώρα που μασάμε τη μετριότητα και την κάνουμε εργόχειρο. Δεν υπάρχει χρόνος για σκέψεις. Το σμήνος το γνωρίζει λες αυτό και μας περιγελά. Βρίσκεται σχεδόν κάθε μέρα την ίδια ώρα πάνω από τα κεφάλια μας και μας κοιτάζει σαρκάζοντας.
     Είναι πλέον βράδυ. Ο ήλιος έχει χαθεί και ένα περίεργο συναίσθημα μοναξιάς μας κυριεύει. Ένα ανικανοποίητο συναίσθημα ανεκπλήρωτης προσδοκίας πως κάτι χάθηκε. Μπα, τώρα που τα ξανασκέφτομαι…δεν μπορεί να είναι αλήθεια όλο αυτό. Πάλι μας ξεγέλασαν.

Χάρης Κανάκης
Νέα Φιλαδέλφεια
4-10-18

Σάββατο 18 Φεβρουαρίου 2012

«Ένα μικρό παράξενο παραμύθι» (Χάρης Κανάκης 18-2-12)



Μια φορά και έναν καιρό, ζούσαν δυο νεράιδες στην άκρη ενός ήρεμου ποταμού που στις όχθες του βρέχονταν οι ρίζες αιωνόβιων πλάτανων. Ήταν αγαπημένες και οι δύο. Έπαιζαν με τα ζώα του δάσους και χαίρονταν τον ήλιο και το νερό του ποταμού.
Μια μέρα, εντελώς ξαφνικά, ένας παράξενος άνεμος φύσηξε και τους αναστάτωσε τα μαλλιά και τα πέπλα. Χωρίς να το πολυκαταλάβουν άρχισαν να τσακώνονται για το ποια είναι η πιο όμορφη. Η μέρα κύλισε έτσι και ήρθε το βράδυ που τις βρήκε ακόμη να τσακώνονται για το ποια είναι η ομορφότερη. Ήρθε το επόμενο πρωί και το επόμενο βράδυ και ξανά η ίδια ιστορία. Για πολλές μέρες τσακώνονταν κουρασμένες για το ποια είναι ομορφότερη. Ώσπου μια μέρα ένα μεγάλο σταχτί σύννεφο στάθηκε πάνω απ’ τα κεφάλια τους και ο ήλιος με μιας κρύφτηκε. Τα πουλιά σταμάτησαν να κελαηδούν και όλα έδειχναν ότι κάτι συμβαίνει. Οι δύο νεράιδες σήκωσαν ψηλά το κεφάλι και κοίταξαν τον ουρανό, έπειτα κοίταξαν η μία την άλλη σαν να κοιτάζονταν πρώτη φορά. Τώρα τα μαλλιά τους ήταν πιο μακριά και έδειχναν πολλά χρόνια μεγαλύτερες! Δεν γινόταν διαφορετικά, αγκαλιάστηκαν και σταμάτησαν να τσακώνονται. Κάθισαν στην άκρη του ποταμού με τα αιωνόβια πλατάνια, έπαιζαν με τα ζώα του δάσους και έζησαν εκεί αγαπημένες για πολλά πολλά χρόνια.


Χάρης Κανάκης
Νέα Φιλαδέλφεια
18 Φεβρουάριου 2012

Παρασκευή 3 Φεβρουαρίου 2012

"Το Κάστανο" ή Μετα-μορφώσεις no.2 (Διήγημα Χάρη Κανάκη)



Τελικά δεν είναι και τόσο δύσκολο να πείσεις τον εαυτό σου ότι είσαι κάτι άλλο από αυτό που είσαι στην πραγματικότητα.
Έτσι κι εκείνο το απόγευμα δε μου πήρε πολλή ώρα να πείσω τον εαυτό μου ότι είμαι ένα άγουρο πράσινο κάστανο με τα αγκάθια του σε πλήρη απειλητική ωριμότητα.
Έτσι κρεμασμένος από τη μάνα δέντρο να ανασαίνω τον αέρα του βουνού και να περιμένω τις πρώτες βροχές του Οκτώβρη για ν’ αλλάξω χρώμα και να πέσω με θόρυβο στο μαλακό χώμα. Εκεί κάποιο ανθρώπινο χέρι ή στην καλύτερη περίπτωση κάποιος ασβός ή κανένας μερακλής σκίουρος θα με καταβρόχθιζε με βουλιμία. Μέχρι τότε όμως θα βρίσκομαι κρεμασμένος από το κλαρί μου και θ’ αγναντεύω τον κάμπο με τις καστανιές, τις καρυδιές και τις κερασιές.
Είμαι ολότελα παραδομένος σε τούτη τη σκέψη έτσι που να μην μπορώ να σκεφτώ ότι τελικά όλα αυτά είναι ψεύτικα. Προχθές που περπατούσα από τη δουλειά προς το σπίτι αφηρημένος ένιωσα στο χέρι μου ένα δυνατό πόνο όπως όταν σε τρυπάνε πολλές καρφίτσες μαζί. Δεν έδωσα σημασία. Όταν όμως έφτασα στο σπίτι παρατήρησα ότι το δεξί μου χέρι ήταν κατακόκκινο και μικρές-μικρές τρυπούλες υπήρχαν παντού στην παλάμη μου. Σαν να είχα σφίξει στη γροθιά μου αχινό ή κάτι τέτοιο.
Στο φαρμακείο που πήγα μου έδωσαν μιαν αλοιφή που έκανε τον πόνο να υποχωρήσει αμέσως. Δεν μπορούσα να δικαιολογήσω σε κανέναν το συμβάν αυτό. Μόνο όταν το κεφάλι μου άρχισε ν’ αναδύει μια περίεργη μυρωδιά χώματος και νοτισμένων φύλλων, μια αίσθηση που έχεις όταν περπατάς σε πυκνό δάσος από καστανιές, μόνο τότε άρχισα να καταλαβαίνω τι μου συνέβαινε.
Ήταν γεγονός, δεν ήξερα αν ήταν όμως οριστικό και αμετάκλητο. Είχα πείσει τον εαυτό μου ότι εγώ δεν είμαι πια εγώ όπως με γνώριζαν οι φίλοι μου μέχρι σήμερα αλλά τώρα πια ήμουν… δυσκολεύομαι να το παραδεχθώ αλλά ναι ήταν αλήθεια, αυτή η μυρωδιά που έβγαινε από το κεφάλι μου και κυρίως η φαγούρα που άρχισα να νιώθω σε όλο μου το σώμα… ήμουν τώρα πια βέβαιος ότι είχα μεταμορφωθεί σε ένα ζουμερό ώριμο και μεγάλο ΚΑΣΤΑΝΟ.
Ό,τι είχε ξεκινήσει σαν μια αθώα ίσως και τρελή σκέψη στην αρχή, ίσως τώρα μου μετέβαλε τη ζωή σε εφιάλτη. Το περίεργο ήταν ότι οι άλλοι δεν έβλεπαν αυτήν την αλλαγή. Όλα εκείνα τα μικρά αγκαθάκια με τις απειλητικές μυτούλες τους δε φόβιζαν κανέναν όταν περπατούσα στο δρόμο. Δε με κοιτούσε επίσης κανένας περίεργα. Όλοι μου χαμογελούσαν και με χαιρετούσαν χωρίς το παραμικρό σχόλιο. Όσο και να έψαχνα στο βάθος του βλέμματός τους δεν έβλεπα τίποτε. Δε μπορούσα να εξηγήσω τι μου συνέβαινε, όμως με τον καιρό δεν άργησα να αποδεχτώ τη νέα μου οντότητα. Στο κάτω-κάτω αν δεν ενοχλούσα κανέναν με την ιδιαιτερότητά μου γιατί ν’ ανησυχώ. Ο καιρός περνούσε και τίποτε δεν έδειχνε να μου ταράζει το νέο κόσμο. Αυτή η τέλεια αίσθηση ότι εσύ δεν είσαι πια εσύ εδώ και καιρό. Ότι κρέμεσαι από ένα δέντρο και ο άνεμος σε λικνίζει με το φουρφουρητό του, μου είχε αλλάξει όλη τη ζωή. Αισθανόμουν ανάλαφρος τα βράδια, κοιμόμουν καλύτερα και έβλεπα απίθανα όνειρα.
Εκτός από εκείνο το μεσημέρι που αποκοιμισμένος είδα στον ύπνο μου ότι μια παγωμένη καταιγίδα με είχε μουσκέψει ολότελα και έστεκα τώρα βαρύς έχοντας αλλάξει χρώμα πάνω στο κλαρί μου. Το σκληρό περίβλημά μου έχασκε ανοικτό. Άκουγα το θόρυβο καθώς έσκαγε και από μέσα μου ξεπρόβαλαν δυο μεγάλα καφέ σκούρα κάστανα. Μια αίσθηση σαν να έχεις έναν πόνο και κάποιο μαγικό χέρι σε αγγίζει και αυτός ο πόνος φεύγει, έτσι ένιωθα καθώς οι δύο μεγάλοι χοντροί καρποί έπεφταν στο έδαφος μαζί με το κουρασμένο μισοσαπισμένο κέλυφος.
Αυτό ήταν, η μικρή μου περιπλάνηση είχε λάβει τέλος, η ζωή μου ξαναπήρε τους παλιούς της ρυθμούς. Η μυρωδιά χάθηκε, τα αγκάθια μου εξαφανίστηκαν και φυσικά ξαναέχασα τον ύπνο μου, μαζί με τη γλυκιά αίσθηση ότι κρέμομαι από το κλαρί μου και ο άνεμος με χαϊδεύει με το φουρφουρητό του άγγιγμα.
Δεν μπόρεσα να εξηγήσω ποτέ σε κανέναν τι μου συνέβη, το μόνο σίγουρο είναι ότι ακόμη κι εσείς που διαβάζετε αυτές τις γραμμές δε θα με πιστεύετε. Ίσως να σκεφτείτε ότι αυτά δεν είναι λόγια λογικού ανθρώπου. Εγώ όμως ξέρω τι έζησα, τι υπήρξα για λίγους μήνες. Ξέρω ότι για λίγο δεν ήμουν εγώ αλλά κάτι άλλο και ζω με την ελπίδα ότι ο καρπός που γέννησα θα έχει καλύτερη τύχη από εμένα.


8-9-01
Μεσοράχη Αρκαδίας

Πέμπτη 18 Νοεμβρίου 2010

Ο Επίλογος από το διήγημά μου "Η Πασσακάλια της Λήθης". (1999)



Ένα χρόνο μετά…

Είμαι στο γραφείο μου και γράφω ένα άρθρο για το Κυριακάτικο φύλλο. Λείπουν όλοι από το σπίτι, είμαι μόνος. Δίπλα μου τα κατακάθια του καφέ, απομεινάρια μιας ημέρας κι αυτά αφημένα στη μοίρα τους.

Τελειώνω το άρθρο, το βάζω μέσα στο φάκελο και σηκώνομαι. Θέλω να την ακούσω ξανά. Κάθε τόσο αισθάνομαι την ανάγκη να βάλω στο κασετόφωνο αυτήν την κασέτα και να ταξιδέψω μαζί της. Καπετάνιος και ναύτης μαζί ο κύριος Στέφανος.

Η μελωδία ξεχύνεται στο χώρο και τα πλήκτρα του πιάνου μου ξαναμιλούν για τον αποχαιρετισμό.

Είναι μια από τις κασέτες που βρέθηκαν στο σπίτι του νεκρού έπειτα από την έρευνα της αστυνομίας. «Έτσι, για τυπικούς λόγους» όπως μου είπε ο Δημητριάδης που μου τις έδωσε τελικά. «Νομίζω ότι στην υπηρεσία μου είναι άχρηστες, εσείς ξέρετε να τις εκτιμήσετε» μου είπε δίνοντάς μου ένα μικρό χαρτονένιο κιβώτιο.

Εκτός από τις κασέτες υπήρχαν μέσα λίγες φωτογραφίες και πολλά σημειώματα, σαν σκέψεις ή ποιήματα της στιγμής. Μικρή, βαριά κληρονομιά ενός μεγάλου ανθρώπου για τους περαστικούς. Δηλαδή εμένα, εμένα που έτυχα να διαβαίνω στο τελευταίο κεφάλαιο της μαγικής ιστορίας αυτού του ανθρώπου.

Όσο προχωράει η μελωδία τόσο μπερδεύεται η αρμονία της, διαστρεβλώνεται και χαράζει τ’ αυτιά μου. «Πασσακάλια για περαστικούς». Έτσι έγραφε έξω από την κασέτα. Το όνομα που έδωσε ο δημιουργός της, ίσως λίγο πριν φύγει για το ταξίδι του. Μερικές μέρες πριν. Μερικές ώρες ίσως. Ποτέ κανείς δε θα μάθει. Εγώ μονάχα να ξέρω λίγες λεπτομέρειες και να προσπαθώ να επικοινωνήσω μαζί του ξανά και ξανά.

Το αφιέρωμα δεν έγινε ποτέ, γιατί να γίνει άλλωστε. Αμέσως μετά τα γεγονότα του θανάτου του αποφάσισα να μη γίνει κανένας κύκλος αφιερωμάτων. Κάτι μέσα μου σαν να έσπασε, ίσως και να είπα, φτάνει ως εδώ, αρκετό κακό κάναμε. Ας τους αφήσουμε αυτούς τους ανθρώπους στην ησυχία τους. Ας μείνει το αστέρι τους λαμπερό στη μνήμη όσων έχουν μνήμη. Οι άλλοι, δεν πειράζει, ας πούμε ότι στάθηκαν άτυχοι που δεν τους γνώρισαν ή ξέχασαν. Ίσως και ο ίδιος ο κύριος Στέφανος να ήθελε στην πραγματικότητα να ξεχαστεί, ποτέ κανείς δε θα μάθει.

Πολλά έχουν αλλάξει στη ζωή μου τον τελευταίο καιρό· δε δουλεύω πια τόσο πολύ. Γράφω μερικά άρθρα και παρακολουθώ από λίγο πιο μακριά την πορεία του καναλιού. Κυρίως όμως γράφω. Γράφω ό, τι θυμάμαι για όσους αξίζει να θυμάμαι. Κάνω αυτό που πάντα ήθελα να κάνω. Να λέω ιστορίες. Άλλες με καλό και άλλες με άσχημο τέλος. Έπειτα τις διαβάζω, πίνω ένα ποτήρι κρασί και γιορτάζω τα γεννητούρια.

Έξω βρέχει επιτέλους. Είμαστε στην αρχή άλλου ενός χειμώνα και στο τέλος άλλου ενός καλοκαιριού που δεν έλεγε να τελειώσει. Η «Πασσακάλια» συνεχίζει να γεμίζει το δωμάτιο με τις νότες της κι εγώ γεμίζω άλλο ένα ποτήρι κρασί για τη μικρή μου γιορτή.

Νοέμβριος 1999

Κυριακή 31 Οκτωβρίου 2010

Απόσπασμα από το διήγημα του Χάρη Κανάκη "Η δουλειά στη μέση" (1997)


"Γονάτισε κοιτώντας με απορία και τρόμο τον εκτελεστή του στα μάτια. Η πόρτα άνοιξε όσο γρήγορα άνοιξε και η βρύση. Σύρθηκε προς το κρεβάτι προς το μαύρο βαλιτσάκι με το χαρακτηριστικό σχήμα. Όλοι θα νόμιζαν ότι είναι βιολί, όμως να που τον πρόλαβαν και η δουλειά έμεινε στη μέση. Εκείνος σχεδόν αναίσθητος και πνιγμένος στο αίμα… και η δουλειά στη μέση.

Σωριάστηκε κάτω ανήμπορος και απογοητευμένος που τον πρόλαβαν. Αυτή η αλμυρή ζεστή γεύση στο στόμα του, ήταν η τελευταία αίσθηση ζωής που ένιωσε. Αυτή και ο ψυχρός αέρας στο σβέρκο του είναι ό, τι του έμεινε να πάρει μαζί του. Ούτε το βαλιτσάκι του βιολιού με τα σύνεργα της εκδίκησης ούτε η τιμή του αδερφού. Πήραν τέλος όλα τούτα με μια κίνηση. Αστραπιαία και απροσδόκητη, όπως τα χαστούκια της μάνας του καθώς έστρωνε τραπέζι χρόνια τώρα. Όπως η παράλογη εμμονή σε τούτη τη βεντέτα που κανείς δεν γνώριζε πώς ξεκίνησε.

Ένα δροσερό αεράκι μπήκε από το ανοικτό παράθυρο κάνοντας τη φτηνή κουρτίνα του ξενοδοχείου να ανεμίσει σαν αυλαία που κινείται στη σκηνή, καθώς οι ηθοποιοί της υποκλίνονται από μέσα ιδρωμένοι. Η πόλη είχε βρει τους κανονικούς της ρυθμούς και μόνο μια σειρήνα ούρλιαζε από μακριά.

Ο περιπτεράς χασμουρήθηκε με απορία κοιτάζοντας τον κόσμο να μαζεύεται πιο κάτω, ενώ ο ξενοδόχος κοιτούσε την πλαστή ταυτότητα που κρατούσε στα χέρια του ο αστυνομικός.

Η θήκη του βιολιού ξεκουραζόταν πάνω στον πάγκο της reception κι η δουλειά στη μέση."

7-6-97
Νησίδα, Νέα Φιλαδέλφεια

Arthur Moreira Lima (16 Ιουλίου 1940 – 30 Οκτωβρίου 2024)

  Ο Arthur Moreira Lima (16 Ιουλίου 1940 – 30 Οκτωβρίου 2024) ήταν Βραζιλιάνος κλασικός πιανίστας. Βιογραφία Η Moreira Lima άρχισε να μαθαί...