Μοιράζομαι ένα απόσπασμα από το νέο μου βιβλίο με τίτλο "Η Συγκίνηση των Εύπιστων" γνωρίζοντας ότι πολλοί θα ταυτιστείτε μαζί του.
"Sirah68 - "Ιχνηλάτης" Το blog του Συνθέτη-Πιανίστα-Συγγραφέα Χάρη Κανάκη. Περί τεχνών, περί σκέψεων, περί οραμάτων, αλλά και ό,τι αξίζει να θυμόμαστε. "Ζείς, γράφεις, μοιράζεσαι και δίνεις αξία στα ίχνη σου".
Δευτέρα 16 Μαΐου 2022
Απόσπασμα από το νέο μου βιβλίο με τίτλο "Η Συγκίνηση των Εύπιστων".
Τρίτη 15 Ιουνίου 2021
"Παράθυρο με θέα…" (Διήγημα τρόμου - μυστηρίου) Χάρη Κανάκη.
Πάνε έξι μήνες πού
μένω σε αυτό το σπίτι κοντά στη θάλασσα. Δεν την βλέπω, είναι γύρω στο ένα
χιλιόμετρο μακριά, αλλά την αφουγκράζομαι και τη μυρίζω. Το σπίτι δεν είναι
πολύ μεγάλο αλλά έχει έναν όμορφο κατάφυτο κήπο και από την μπροστινή και από
την πίσω πλευρά. Ένας από τους λόγους που με έκαναν να το νοικιάσω είναι ότι
μέσα στο οικόπεδο υπάρχουν πάρα πολλά δέντρα δημιουργώντας τη ψευδαίσθηση του
παραδείσου αλλά και μιας υπέροχης δροσιάς που σε ηρεμεί καθώς ακούς τα φύλλα
των δέντρων να κουνιούνται από τον άνεμο. Πουλιά φωλιάζουν στα κλαδιά τους και
μία αίσθηση απομόνωσης και γαλήνης σε κυριεύει.
Εκτός από την
μπροστινή πόρτα και το μπροστινό παράθυρο έχει και μία πόρτα και ένα παράθυρο
και στην πίσω πλευρά του σπιτιού, εκεί που είναι το υπνοδωμάτιο μου. Από το
παράθυρο αυτό βλέπω μία σειρά από ψηλά Κυπαρίσσια που οριοθετούν το χώρο του
οικοπέδου, προστατεύοντας ταυτόχρονα και από το βοριά. Έχοντας κλειστά τα φώτα
του σπιτιού καθώς είμαι ξαπλωμένος στο υπνοδωμάτιο μου πολλές φορές κοιτάζω
αυτό το ανοιχτό παράθυρο και βυθίζομαι μέσα στις σκέψεις και στο σκοτάδι του
καθώς η νύχτα έχει απλωθεί σε όλη την πλάση. Μία περίεργη σκέψη στροβιλίζεται
στο μυαλό μου συχνά όποτε βγάζω το χέρι μου έξω από το παράθυρο και αναζητώ το
δεξί παντζούρι. Μία σκέψη περίεργη που δεν μπορώ να την εξηγήσω. Σαν να βυθίζω
το χέρι μου σε ένα σκοτεινό άγνωστο κόσμο που κανείς δεν ξέρει τι υπάρχει μέσα
του, τι μπορεί να συναντήσει κάνεις και τι να περιμένει. Από την πρώτη μέρα που
ήρθα σε αυτό το σπίτι έκανα αυτή τη σκέψη και χωρίς να το θέλω καρφώθηκε στο
μυαλό μου σα σφαίρα.
Έτσι μπορώ να πω
ότι εκείνο το βράδυ που πήγα να κλείσω το παράθυρο και έβγαλα το χέρι μου
αναζητώντας το παντζούρι δεν ξαφνιάστηκα τόσο άμεσα όταν ένιωσα κάτι να με
αγγίζει. Η πρώτη σκέψη ήταν ότι ναι, νάτο ήρθε επιτέλους, είναι αυτό που
περίμενες τόσο καιρό. Ακαριαία όμως η δεύτερη αυτόματη σκέψη ήταν η απόλυτη
φρίκη ο τρόμος και το σύγκρυο καθώς ένιωθα τον καρπό μου να σφίγγεται από ένα
παγωμένο χέρι που τα νύχια του έσκαβαν μέσα στο δέρμα μου.
Δεν μπορώ να
περιγράψω τη φρίκη και έναν έντονο πόνο στο στήθος να με χτυπάει καθώς
προσπάθησα να τραβήξω το χέρι μου βίαια φωνάζοντας. Το ξερακιανό, με μεγάλα
νύχια χέρι, που με κρατούσε έδειχνε να έχει μεγάλη δύναμη και με τραβούσε προς
τα έξω. Άρχισα χωρίς να το καταλάβω να φωνάζω βοήθεια και με το αριστερό μου
χέρι προσπάθησα να ελευθερώσω το δεξί μου από το βίαιο άγγιγμα ενώ ένιωθα τις
τρίχες στο κεφάλι μου να σηκώνονται όρθιες σαν καρφιά και την ανατριχίλα να διαπερνά
όλο μου το κορμί.
Φώναξα δυνατά όσο
πιο δυνατά μπορούσα σχεδόν ουρλιάζοντας "άσε με". Για μία στιγμή
ένιωσα τις κορφές των κυπαρισσιών να με κοιτούν σκύβοντας προς το μέρος μου πιο
μεγάλα και πιο σκοτεινά από ποτέ. Αστραπιαία το χέρι χαλάρωσε το φρικιαστικό
του σφίξιμο και με έναν απροσδιόριστο περίεργο ήχο, τραβήχτηκε μακριά.
Νιώθοντας ελεύθερο πια το χέρι μου με γρήγορες κινήσεις άρπαξα το δεξί
παντζούρι και το έκλεισα όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Έμεινα για λίγο ακίνητος
τρίβοντας τον καρπό μου και κοιτάζοντας το κόκκινο σημάδι που είχε αφήσει η
φρίκη επάνω του.
Δεν μπορούσα να
εξηγήσω με τη λογική αυτό που μου συνέβαινε. Κάθισα στο κρεβάτι ανασαίνοντας
γρήγορα και προσπαθώντας να κάνω την καρδιά μου να ξαναβρεί τους φυσιολογικούς
της ρυθμούς, ενώ προσπαθούσα να αφουγκραστώ τι γινόταν έξω. Τίποτα, κανένας
θόρυβος, μόνο ο αέρας πού για όση ώρα
έζησα αυτή την περιπέτεια είχε σταματήσει. Σκέφτηκα να καλέσω την αστυνομία
αλλά κάτι με απέτρεψε. Στο μυαλό μου είχε χαραχτεί εκείνο το απαίσιο μυστηριώδες
κοκκαλιάρικο χέρι και η δύναμη που είχε ασκήσει πάνω στο δικό μου, ήταν ακόμη
εκεί και την ένιωθα να με σφίγγει ολοκληρωτικά. Δεν μπορώ να θυμηθώ πόσο
κράτησε όλο αυτό αλλά εμένα μου φάνηκε αιώνας. Ο χρόνος σταμάτησε και πίστεψα
για λίγο ότι αυτές είναι οι τελευταίες μου στιγμές.
Οι μέρες πέρασαν
γρήγορα και από τότε δεν μίλησα σε κανέναν για το συμβάν μόνο που αποφάσισα να
μην ξανά ανοίξω αυτό το παράθυρο στην πίσω πλευρά του σπιτιού, εκείνο το
παράθυρο με τη θέα στα σκοτεινά Κυπαρίσσια. Άνοιγα μόνο το τζάμι για να
αερίζεται ο χώρος, το παντζούρι δεν το ξανά άνοιξα ποτέ μέχρι που έφυγα από
αυτό το σπίτι βρίσκοντας να πω μία αληθοφανή δικαιολογία στον ιδιοκτήτη.
Τώρα που γράφω
αυτές τις λέξεις φέρνω μετά από τόσα χρόνια πάλι στο μυαλό μου εκείνη τη
βραδιά. Η μνήμη της φρίκης έρχεται πάλι και πάλι να με συνταράξει και να μου
θυμίσει μία εμπειρία που όμοια της δεν έχω ξαναζήσει και δεν έχω ξανακούσει
ποτέ. Και που εύχομαι μέσα από την καρδιά μου να μην ξαναζήσω ούτε σαν εφιάλτη.
Στο μυαλό μου έρχονται για άλλη μία φορά τα σοφά λόγια του Φρίντριχ Νίτσε.
"Αν κοιτάξεις για πολλή ώρα την άβυσσο, στο τέλος και η άβυσσος θα
κοιτάξει εσένα".
Χάρης Κανάκης
Αυλάκι Πόρτο Ράφτη
9 Ιουλίου 2020.
Πέμπτη 20 Μαΐου 2021
«Ο ένοικος του 102» (Διήγημα τρόμου του Χάρη Κανάκη)
Η πόρτα του δωματίου με τον αριθμό 102 ανοίγει και ο ένοικος βγαίνει με αργά αλλά αποφασιστικά βήματα. Κατεβαίνει τις σκάλες κρατώντας μια τσάντα θαλάσσης και κατευθύνεται προς την έξοδο του ξενοδοχείου. Χαιρετάει τον υπάλληλο ευγενικά και διασχίζει το δρόμο που χωρίζει το ξενοδοχείο από τη θάλασσα. Η ζέστη αφόρητη αναγκάζει τους ανθρώπους να καταφύγουν σε εκείνη. Μία θάλασσα γαλήνια σα λίμνη αφού ο άνεμος έχει μέρες να κάνει την παρουσία του στην περιοχή και ο καυτός ήλιος είναι το μόνο αφεντικό τώρα πια. Τα δέντρα ακίνητα ρίχνουν την παχιά σκιά τους στην αμμουδιά χαρίζοντας λίγη δροσιά στους λουόμενους. Περπατάει με αργό βήμα κοιτάζοντας τους περαστικούς, είναι η τρίτη μέρα που βρίσκεται σε αυτή την παραθαλάσσια κωμόπολη. Μόνος όπως κάνει πάντα στις διακοπές του απολαμβάνει για λίγες μέρες τη θάλασσα σε ένα γαλήνιο ήρεμο μέρος χωρίς πολύ κόσμο και μακριά από την πρωτεύουσα που τον πνίγει. Με επιδέξιες κινήσεις αφήνει το σάκο του στην αμμουδιά και στρώνει την ψάθα πάνω στην καυτή άμμο. Βγάζει το t-shirt, το καπέλο και τα γυαλιά και χωρίς καθυστέρηση κατευθύνεται προς τη θάλασσα. Περπατάει με αποφασιστικότητα μες στο νερό χωρίς καμία καθυστέρηση, βουτάει και αφήνει το κορμί του να παραδοθεί στη μεγάλη γαλάζια απεραντοσύνη της. Με επιδέξιες κινήσεις ξανοίγεται και γρήγορα βρίσκεται πολύ βαθιά πέρα από τις κίτρινες σημαδούρες που οριοθετούν την κολυμβητική περιοχή. Βουτάει και ξανά βουτάει στα καθαρά και διαυγή νερά απολαμβάνοντας τη δροσιά και τα γαλήνια βάθη. Σε κάθε βουτιά αντικρίζει τον υποθαλάσσιο κόσμο σαν να είναι το σπίτι του. Η γαλήνη και η ηρεμία που τον πλημμυρίζουν είναι ό,τι ωραιότερο έχει αισθανθεί, αγαπάει τη θάλασσα όσο τίποτε άλλο. Η ώρα περνά γρήγορα και χωρίς να το καταλάβει έχει βρεθεί πολύ βαθιά σχεδόν στο σημείο που περνούν τα καΐκια όταν φεύγουν για ψάρεμα. Κοιτάζει την ακτή και αναρωτιέται πόσο μακριά βρίσκεται. Ο ήλιος καυτός τον κοιτάζει από ψηλά και στέλνει τις ακτίνες του σκορπίζοντας παντού χρώμα.
Μία τελευταία
βουτιά και αποφασίζει να επιστρέψει στην ακτή. Με τα μάτια ανοιχτά όπως πάντα
αντικρίζει στα βαθιά κάτι που του τραβάει την προσοχή για πρώτη φορά. Μοιάζει
να είναι μία τεράστια αποικία από πολύ μακριά σκοτεινά φύκια. Έχοντας
ξαναβουτήξει όμως σε αυτό το σημείο δεν θυμάται άλλη φορά να έχει δει κάτι
τέτοιο. Συνεχίζει την κατάδυση ώσπου νιώθει στο αριστερό του πόδι ένα
ανατριχιαστικό άγγιγμα. Γυρίζει απότομα να κοιτάξει και δεν βλέπει τίποτα,
αποφασίζει να αναδυθεί. Ξεκουράζεται για λίγο και προσπαθεί να καταλάβει τι
ήταν αυτό που τον άγγιξε. Κοιτάζει γύρω του βάζει το κεφάλι του κάτω από την
επιφάνεια του νερού ψάχνοντας γύρω του αλλά τίποτα. Αποφασίζει να επιστρέψει.
Κινείται γρήγορα με επιδέξιες κινήσεις όμως η απόσταση που έχει να διανύσει
φαντάζει όλο και μεγαλύτερη. Ένα ρίγος τον διαπερνά καθώς συνειδητοποιεί ότι
από κάτω του το χρώμα του βυθού έχει αλλάξει. Ένα σκούρο μαύρο χρώμα έχει
απλωθεί κάτω από το σώμα του και επεκτείνεται με μεγάλη ταχύτητα στο γύρω χώρο.
Δεν μπορεί να συνειδητοποιήσει τι συμβαίνει, συνεχίζει όμως να κολυμπά
επιταχύνοντας προς την ακτή. Ξαφνικά νιώθει σε όλο του το σώμα κάτι να τον αγγίζει.
Κάτι γλοιώδες σαν πλοκάμι πού κινείται με μεγάλη επιδεξιότητα. Την ανατριχίλα
διαδέχεται ο πανικός και κάθε αίσθηση του είναι σε έξαψη. Για μία στιγμή
σκέφτεται να φωνάξει βοήθεια όμως εντελώς αναπάντεχα νιώθει τεράστια πλοκάμια
μαζί με γιγάντια φύκια να τυλίγουν το σώμα του και να τον τραβούν στο βυθό. Μία
πνιχτή κραυγή βγαίνει από το στόμα του καθώς βυθίζεται κάτω από την επιφάνεια
του νερού. Παλεύει απεγνωσμένα να ξεφύγει, αγωνίζεται με κάθε κύτταρο του
οργανισμού του. Ο τρόμος ανεβάζει επικίνδυνα τους παλμούς της καρδιάς που την
αισθάνεται έτοιμη να βγει από το στήθος του. Το αίμα κυλά γρήγορα στις φλέβες
του και η αδρεναλίνη του θολώνει το μυαλό.
Τα αυτοκίνητα
συνεχίζουν να περνούν αργά επάνω στο δρόμο που χωρίζει το ξενοδοχείο με την
ακτή και τα δέντρα ακίνητα ρίχνουν τη σκιά τους στους ανυποψίαστους ανθρώπους.
Κανένας τους δεν έχει καταλάβει τίποτα. Μερικά λεπτά περνούν και ξαφνικά ένα
περίεργο πλάσμα αρχίζει να βγαίνει από τη θάλασσα. Μία αλλόκοτη ύπαρξη που
θυμίζει άνθρωπο που όλο του το κορμί είναι καλυμμένο με ανατριχιαστικά τεράστια
φύκια από την κορφή ως τα νύχια. Μία γυναίκα ουρλιάζει με φρίκη καθώς τον
κοιτάζει να βγαίνει αργά-αργά από τη θάλασσα. Ο πανικός μεταδίδεται σε
δευτερόλεπτα σε όλη την παραλία. Κάποια παιδάκια φωνάζουν δυνατά τρομαγμένα και
οι μανάδες τρέχουν να τα μαζέψουν πανικοβλημένες. Το πλάσμα κινείται αργά και
βγαίνει από τη θάλασσα με μία ανεπαίσθητη βαριά κίνηση σαν να δυσκολεύεται να
περπατήσει, αλλά και σαν να υποφέρει. Τα τεράστια σκοτεινά φύκια που είναι
ριζωμένα στο δέρμα του τον καλύπτουν και κάνουν το θέαμα ανατριχιαστικό. Δεν
φαίνονται μάτια, δεν φαίνεται πρόσωπο δεν φαίνεται σώμα, είναι ένας
ανατριχιαστικός όγκος από μαύρα αποκρουστικά φύκια. Συνεχίζει να κινείται
διασχίζοντας την παραλία και σε κάποια στιγμή σταματά και στρέφει το βλέμμα του
αργά αργά προς τον ήλιο. Τα αυτοκίνητα έχουν σταματήσει και κορνάρουν και οι
άνθρωποι ουρλιάζουν τρομοκρατημένοι ενώ τρέχουν προς κάθε κατεύθυνση
προσπαθώντας να απομακρυνθούν. Δεν περνούν μερικά δευτερόλεπτα και εμφανίζεται ένα
περιπολικό της αστυνομίας. Το πλάσμα γυρίζει το βλέμμα του προς τους
αστυνομικούς και απλώνει τα χέρια του ικετευτικά. Προσπαθεί κάτι να πει αλλά
κανείς δεν έχει διάθεση να ακούσει. Είναι η στιγμή που ο ήλιος καίει
ολοκληρωτικά πάνω από τα κεφάλια όλων και ο ένας από τους δύο αστυνομικούς
σημαδεύει με το περίστροφο του το πλάσμα. Του φωνάζει κάτι απειλητικό αλλά το
πλάσμα συνεχίζει να κινείται προς το μέρος του με τα χέρια απλωμένα. Τα
τεράστια φύκια κινούνται σαν μακριά μαλλιά και κάνουν κάθε του κίνηση
ανατριχιαστική. Ο ψυχρός κρότος από το περίστροφο του αστυνομικού είναι το
τελευταίο πράγμα που ακούγεται. Το πλάσμα σωριάζεται κάτω και μένει ακίνητο
στην καυτή άσφαλτο. Για λίγο δεν ακούγεται τίποτα και αμέσως μετά με αργά
βήματα ο αστυνομικός κινείται προς το μέρος του με προτεταμένο το περίστροφο. Όλοι έχουν βουβαθεί, κανείς δεν μιλάει και κοιτούν ακίνητοι,
αποσβολωμένοι, τρομοκρατημένοι και άδειοι από σκέψεις.
Μετά από λίγα λεπτά
έρχεται ένα ασθενοφόρο που με δυσκολία προσεγγίζει την περιοχή μία και τα
αυτοκίνητα και οι άνθρωποι έχουν κλείσει τελείως το δρόμο. Για λίγο
περιεργάζονται με τρόμο το πλάσμα ώσπου κάποιος ρίχνει πάνω του ένα λευκό
σεντόνι. Με βιαστικές κινήσεις μαζεύουν
το πτώμα, κλείνουν την πόρτα του ασθενοφόρου και υπό τον ήχο της σειρήνας
απομακρύνονται γρήγορα. Οι συζητήσεις δίνουν και παίρνουν. Κανείς δεν μπορεί να
καταλάβει τι έχει συμβεί. Την επόμενη μέρα που γίνονται οι έρευνες σχετικά με
το συμβάν δηλώνεται μία εξαφάνιση ενός κυρίου που έμενε μόνος του στο ξενοδοχείο
στο νούμερο 102, και κανείς δεν μπορεί να εξηγήσει τι πραγματικά έχει συμβεί.
Οι τοπικές αρχές και ο τοπικός τύπος αποφασίζουν να μη δώσουν έκταση στο
γεγονός. Είναι κάτι που θα κάνει πολύ κακό στον τουρισμό της περιοχής. Δεν
είναι εποχές για τέτοια. Έπειτα από μερικές μέρες συζητήσεων η τοπική κοινωνία
δεν συζήτησε ποτέ ξανά για το γεγονός. Κανείς δεν ήθελε να μιλήσει για εκείνη
την παράξενη μέρα που ο καύσωνας είχε ταλαιπωρήσει τόσο πολύ τους ανθρώπους.
Σαν να ήταν μία παραίσθηση μία ομαδική υστερία σαν να ήταν ένα γεγονός που δεν
έγινε ποτέ. Κανένας δεν μπόρεσε ποτέ να καταλάβει τι πραγματικά έγινε. Το
πλάσμα πήγε στα εργαστήρια της αστυνομίας για έρευνα όμως ακούστηκε ότι εντελώς
ξαφνικά εξαφανίστηκε και κανένας δεν μπορούσε να καταλάβει τι απέγινε.
Όταν έφυγε εκείνο το ατέλειωτο καλοκαίρι, οι άνθρωποι δέχτηκαν
με μεγάλη χαρά τις πρώτες βροχές του φθινοπώρου. Η βροχή ξέπλυνε ανθρώπους,
δρόμους, κτίρια και μνήμες, Εκείνες τις τρομερές μνήμες που έπρεπε να βρεθεί
τρόπος να καθαριστούν. Το δωμάτιο με τον αριθμό 102 δεν ξαναχρησιμοποιήθηκε
ποτέ, κλειδώθηκε και έμεινε για πάντα αχρησιμοποίητο. Ποτέ κανένας
δεν μίλησε για το συμβάν και πολύ γρήγορα η ζωή στην παραθαλάσσια κωμόπολη
επέστρεψε στους κανονικούς της ρυθμούς, με την πλήξη του χειμώνα και τον
καύσωνα του καλοκαιριού να τους συντροφεύει.
Χάρης Κανάκης
Καμένα Βούρλα
1η Αυγούστου 2019
Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου 2020
"Το μωρό" (πολύ μικρό διήγημα) Χάρης Κανάκης 24-9-20
«Το μωρό» (πολύ μικρό διήγημα).
"Ακούγεται πάλι αυτό το σπαρακτικό κλάμα μωρού
που σκίζει παράφωνα τη γαλήνη της νύχτας. Κρατάς για λίγο την αναπνοή σου και
βεβαιώνεσαι πως το ακούς στα αλήθεια.
Νιώθεις ανήμπορος
να κάνεις κάτι και ένα αίσθημα θλίψης σε κυριεύει. Το κλάμα σταματάει για
λίγο και έπειτα συνεχίζεται δυνατότερο και πιο επίμονο από ποτέ.
Έρχεται από το απέναντι σπίτι με τα σκοτεινά
παράθυρα και τα σπασμένα κεραμίδια.
Ένα κλάμα μωρού που σπαράζει αβοήθητο στην κούνια
του την ώρα που όλοι κοιμούνται.
Αυτό όμως δεν είναι το μόνο πρόβλημα. Δεν είναι καν
πρόβλημα το ότι μάλλον κανείς άλλος εκτός από σένα δεν τ' ακούει. Αυτό που σε
φοβίζει περισσότερο και κάνει το αίμα στις φλέβες σου να παγώνει, είναι πως
αυτό το σπίτι απέναντί σου είναι εδώ και είκοσι χρόνια ακατοίκητο..."
Χάρης Κανάκης
Νέα Φιλαδέλφεια
24-9-20
Δευτέρα 13 Ιουλίου 2020
"Τελευταίες ώρες στον πλανήτη Sirah68"- Διήγημα Επιστημονικής Φαντασίας του Χάρη Κανάκη
Πέμπτη 23 Απριλίου 2020
Χάρη Κανάκη "Το κορίτσι του σούπερ μάρκετ" (Διήγημα μυστηρίου)
Παρασκευή 19 Οκτωβρίου 2018
«Το μυστικό του παπαγάλου» (διήγημα του Χάρη Κανάκη)
Σάββατο 18 Φεβρουαρίου 2012
«Ένα μικρό παράξενο παραμύθι» (Χάρης Κανάκης 18-2-12)
Μια φορά και έναν καιρό, ζούσαν δυο νεράιδες στην άκρη ενός ήρεμου ποταμού που στις όχθες του βρέχονταν οι ρίζες αιωνόβιων πλάτανων. Ήταν αγαπημένες και οι δύο. Έπαιζαν με τα ζώα του δάσους και χαίρονταν τον ήλιο και το νερό του ποταμού.
Μια μέρα, εντελώς ξαφνικά, ένας παράξενος άνεμος φύσηξε και τους αναστάτωσε τα μαλλιά και τα πέπλα. Χωρίς να το πολυκαταλάβουν άρχισαν να τσακώνονται για το ποια είναι η πιο όμορφη. Η μέρα κύλισε έτσι και ήρθε το βράδυ που τις βρήκε ακόμη να τσακώνονται για το ποια είναι η ομορφότερη. Ήρθε το επόμενο πρωί και το επόμενο βράδυ και ξανά η ίδια ιστορία. Για πολλές μέρες τσακώνονταν κουρασμένες για το ποια είναι ομορφότερη. Ώσπου μια μέρα ένα μεγάλο σταχτί σύννεφο στάθηκε πάνω απ’ τα κεφάλια τους και ο ήλιος με μιας κρύφτηκε. Τα πουλιά σταμάτησαν να κελαηδούν και όλα έδειχναν ότι κάτι συμβαίνει. Οι δύο νεράιδες σήκωσαν ψηλά το κεφάλι και κοίταξαν τον ουρανό, έπειτα κοίταξαν η μία την άλλη σαν να κοιτάζονταν πρώτη φορά. Τώρα τα μαλλιά τους ήταν πιο μακριά και έδειχναν πολλά χρόνια μεγαλύτερες! Δεν γινόταν διαφορετικά, αγκαλιάστηκαν και σταμάτησαν να τσακώνονται. Κάθισαν στην άκρη του ποταμού με τα αιωνόβια πλατάνια, έπαιζαν με τα ζώα του δάσους και έζησαν εκεί αγαπημένες για πολλά πολλά χρόνια.
Χάρης Κανάκης
Νέα Φιλαδέλφεια
18 Φεβρουάριου 2012
Παρασκευή 3 Φεβρουαρίου 2012
"Το Κάστανο" ή Μετα-μορφώσεις no.2 (Διήγημα Χάρη Κανάκη)
Τελικά δεν είναι και τόσο δύσκολο να πείσεις τον εαυτό σου ότι είσαι κάτι άλλο από αυτό που είσαι στην πραγματικότητα.
Έτσι κι εκείνο το απόγευμα δε μου πήρε πολλή ώρα να πείσω τον εαυτό μου ότι είμαι ένα άγουρο πράσινο κάστανο με τα αγκάθια του σε πλήρη απειλητική ωριμότητα.
Έτσι κρεμασμένος από τη μάνα δέντρο να ανασαίνω τον αέρα του βουνού και να περιμένω τις πρώτες βροχές του Οκτώβρη για ν’ αλλάξω χρώμα και να πέσω με θόρυβο στο μαλακό χώμα. Εκεί κάποιο ανθρώπινο χέρι ή στην καλύτερη περίπτωση κάποιος ασβός ή κανένας μερακλής σκίουρος θα με καταβρόχθιζε με βουλιμία. Μέχρι τότε όμως θα βρίσκομαι κρεμασμένος από το κλαρί μου και θ’ αγναντεύω τον κάμπο με τις καστανιές, τις καρυδιές και τις κερασιές.
Είμαι ολότελα παραδομένος σε τούτη τη σκέψη έτσι που να μην μπορώ να σκεφτώ ότι τελικά όλα αυτά είναι ψεύτικα. Προχθές που περπατούσα από τη δουλειά προς το σπίτι αφηρημένος ένιωσα στο χέρι μου ένα δυνατό πόνο όπως όταν σε τρυπάνε πολλές καρφίτσες μαζί. Δεν έδωσα σημασία. Όταν όμως έφτασα στο σπίτι παρατήρησα ότι το δεξί μου χέρι ήταν κατακόκκινο και μικρές-μικρές τρυπούλες υπήρχαν παντού στην παλάμη μου. Σαν να είχα σφίξει στη γροθιά μου αχινό ή κάτι τέτοιο.
Στο φαρμακείο που πήγα μου έδωσαν μιαν αλοιφή που έκανε τον πόνο να υποχωρήσει αμέσως. Δεν μπορούσα να δικαιολογήσω σε κανέναν το συμβάν αυτό. Μόνο όταν το κεφάλι μου άρχισε ν’ αναδύει μια περίεργη μυρωδιά χώματος και νοτισμένων φύλλων, μια αίσθηση που έχεις όταν περπατάς σε πυκνό δάσος από καστανιές, μόνο τότε άρχισα να καταλαβαίνω τι μου συνέβαινε.
Ήταν γεγονός, δεν ήξερα αν ήταν όμως οριστικό και αμετάκλητο. Είχα πείσει τον εαυτό μου ότι εγώ δεν είμαι πια εγώ όπως με γνώριζαν οι φίλοι μου μέχρι σήμερα αλλά τώρα πια ήμουν… δυσκολεύομαι να το παραδεχθώ αλλά ναι ήταν αλήθεια, αυτή η μυρωδιά που έβγαινε από το κεφάλι μου και κυρίως η φαγούρα που άρχισα να νιώθω σε όλο μου το σώμα… ήμουν τώρα πια βέβαιος ότι είχα μεταμορφωθεί σε ένα ζουμερό ώριμο και μεγάλο ΚΑΣΤΑΝΟ.
Ό,τι είχε ξεκινήσει σαν μια αθώα ίσως και τρελή σκέψη στην αρχή, ίσως τώρα μου μετέβαλε τη ζωή σε εφιάλτη. Το περίεργο ήταν ότι οι άλλοι δεν έβλεπαν αυτήν την αλλαγή. Όλα εκείνα τα μικρά αγκαθάκια με τις απειλητικές μυτούλες τους δε φόβιζαν κανέναν όταν περπατούσα στο δρόμο. Δε με κοιτούσε επίσης κανένας περίεργα. Όλοι μου χαμογελούσαν και με χαιρετούσαν χωρίς το παραμικρό σχόλιο. Όσο και να έψαχνα στο βάθος του βλέμματός τους δεν έβλεπα τίποτε. Δε μπορούσα να εξηγήσω τι μου συνέβαινε, όμως με τον καιρό δεν άργησα να αποδεχτώ τη νέα μου οντότητα. Στο κάτω-κάτω αν δεν ενοχλούσα κανέναν με την ιδιαιτερότητά μου γιατί ν’ ανησυχώ. Ο καιρός περνούσε και τίποτε δεν έδειχνε να μου ταράζει το νέο κόσμο. Αυτή η τέλεια αίσθηση ότι εσύ δεν είσαι πια εσύ εδώ και καιρό. Ότι κρέμεσαι από ένα δέντρο και ο άνεμος σε λικνίζει με το φουρφουρητό του, μου είχε αλλάξει όλη τη ζωή. Αισθανόμουν ανάλαφρος τα βράδια, κοιμόμουν καλύτερα και έβλεπα απίθανα όνειρα.
Εκτός από εκείνο το μεσημέρι που αποκοιμισμένος είδα στον ύπνο μου ότι μια παγωμένη καταιγίδα με είχε μουσκέψει ολότελα και έστεκα τώρα βαρύς έχοντας αλλάξει χρώμα πάνω στο κλαρί μου. Το σκληρό περίβλημά μου έχασκε ανοικτό. Άκουγα το θόρυβο καθώς έσκαγε και από μέσα μου ξεπρόβαλαν δυο μεγάλα καφέ σκούρα κάστανα. Μια αίσθηση σαν να έχεις έναν πόνο και κάποιο μαγικό χέρι σε αγγίζει και αυτός ο πόνος φεύγει, έτσι ένιωθα καθώς οι δύο μεγάλοι χοντροί καρποί έπεφταν στο έδαφος μαζί με το κουρασμένο μισοσαπισμένο κέλυφος.
Αυτό ήταν, η μικρή μου περιπλάνηση είχε λάβει τέλος, η ζωή μου ξαναπήρε τους παλιούς της ρυθμούς. Η μυρωδιά χάθηκε, τα αγκάθια μου εξαφανίστηκαν και φυσικά ξαναέχασα τον ύπνο μου, μαζί με τη γλυκιά αίσθηση ότι κρέμομαι από το κλαρί μου και ο άνεμος με χαϊδεύει με το φουρφουρητό του άγγιγμα.
Δεν μπόρεσα να εξηγήσω ποτέ σε κανέναν τι μου συνέβη, το μόνο σίγουρο είναι ότι ακόμη κι εσείς που διαβάζετε αυτές τις γραμμές δε θα με πιστεύετε. Ίσως να σκεφτείτε ότι αυτά δεν είναι λόγια λογικού ανθρώπου. Εγώ όμως ξέρω τι έζησα, τι υπήρξα για λίγους μήνες. Ξέρω ότι για λίγο δεν ήμουν εγώ αλλά κάτι άλλο και ζω με την ελπίδα ότι ο καρπός που γέννησα θα έχει καλύτερη τύχη από εμένα.
8-9-01
Μεσοράχη Αρκαδίας
Πέμπτη 18 Νοεμβρίου 2010
Ο Επίλογος από το διήγημά μου "Η Πασσακάλια της Λήθης". (1999)

Ένα χρόνο μετά…
Είμαι στο γραφείο μου και γράφω ένα άρθρο για το Κυριακάτικο φύλλο. Λείπουν όλοι από το σπίτι, είμαι μόνος. Δίπλα μου τα κατακάθια του καφέ, απομεινάρια μιας ημέρας κι αυτά αφημένα στη μοίρα τους.
Τελειώνω το άρθρο, το βάζω μέσα στο φάκελο και σηκώνομαι. Θέλω να την ακούσω ξανά. Κάθε τόσο αισθάνομαι την ανάγκη να βάλω στο κασετόφωνο αυτήν την κασέτα και να ταξιδέψω μαζί της. Καπετάνιος και ναύτης μαζί ο κύριος Στέφανος.
Η μελωδία ξεχύνεται στο χώρο και τα πλήκτρα του πιάνου μου ξαναμιλούν για τον αποχαιρετισμό.
Είναι μια από τις κασέτες που βρέθηκαν στο σπίτι του νεκρού έπειτα από την έρευνα της αστυνομίας. «Έτσι, για τυπικούς λόγους» όπως μου είπε ο Δημητριάδης που μου τις έδωσε τελικά. «Νομίζω ότι στην υπηρεσία μου είναι άχρηστες, εσείς ξέρετε να τις εκτιμήσετε» μου είπε δίνοντάς μου ένα μικρό χαρτονένιο κιβώτιο.
Εκτός από τις κασέτες υπήρχαν μέσα λίγες φωτογραφίες και πολλά σημειώματα, σαν σκέψεις ή ποιήματα της στιγμής. Μικρή, βαριά κληρονομιά ενός μεγάλου ανθρώπου για τους περαστικούς. Δηλαδή εμένα, εμένα που έτυχα να διαβαίνω στο τελευταίο κεφάλαιο της μαγικής ιστορίας αυτού του ανθρώπου.
Όσο προχωράει η μελωδία τόσο μπερδεύεται η αρμονία της, διαστρεβλώνεται και χαράζει τ’ αυτιά μου. «Πασσακάλια για περαστικούς». Έτσι έγραφε έξω από την κασέτα. Το όνομα που έδωσε ο δημιουργός της, ίσως λίγο πριν φύγει για το ταξίδι του. Μερικές μέρες πριν. Μερικές ώρες ίσως. Ποτέ κανείς δε θα μάθει. Εγώ μονάχα να ξέρω λίγες λεπτομέρειες και να προσπαθώ να επικοινωνήσω μαζί του ξανά και ξανά.
Το αφιέρωμα δεν έγινε ποτέ, γιατί να γίνει άλλωστε. Αμέσως μετά τα γεγονότα του θανάτου του αποφάσισα να μη γίνει κανένας κύκλος αφιερωμάτων. Κάτι μέσα μου σαν να έσπασε, ίσως και να είπα, φτάνει ως εδώ, αρκετό κακό κάναμε. Ας τους αφήσουμε αυτούς τους ανθρώπους στην ησυχία τους. Ας μείνει το αστέρι τους λαμπερό στη μνήμη όσων έχουν μνήμη. Οι άλλοι, δεν πειράζει, ας πούμε ότι στάθηκαν άτυχοι που δεν τους γνώρισαν ή ξέχασαν. Ίσως και ο ίδιος ο κύριος Στέφανος να ήθελε στην πραγματικότητα να ξεχαστεί, ποτέ κανείς δε θα μάθει.
Πολλά έχουν αλλάξει στη ζωή μου τον τελευταίο καιρό· δε δουλεύω πια τόσο πολύ. Γράφω μερικά άρθρα και παρακολουθώ από λίγο πιο μακριά την πορεία του καναλιού. Κυρίως όμως γράφω. Γράφω ό, τι θυμάμαι για όσους αξίζει να θυμάμαι. Κάνω αυτό που πάντα ήθελα να κάνω. Να λέω ιστορίες. Άλλες με καλό και άλλες με άσχημο τέλος. Έπειτα τις διαβάζω, πίνω ένα ποτήρι κρασί και γιορτάζω τα γεννητούρια.
Έξω βρέχει επιτέλους. Είμαστε στην αρχή άλλου ενός χειμώνα και στο τέλος άλλου ενός καλοκαιριού που δεν έλεγε να τελειώσει. Η «Πασσακάλια» συνεχίζει να γεμίζει το δωμάτιο με τις νότες της κι εγώ γεμίζω άλλο ένα ποτήρι κρασί για τη μικρή μου γιορτή.
Νοέμβριος 1999
Κυριακή 31 Οκτωβρίου 2010
Απόσπασμα από το διήγημα του Χάρη Κανάκη "Η δουλειά στη μέση" (1997)
"Γονάτισε κοιτώντας με απορία και τρόμο τον εκτελεστή του στα μάτια. Η πόρτα άνοιξε όσο γρήγορα άνοιξε και η βρύση. Σύρθηκε προς το κρεβάτι προς το μαύρο βαλιτσάκι με το χαρακτηριστικό σχήμα. Όλοι θα νόμιζαν ότι είναι βιολί, όμως να που τον πρόλαβαν και η δουλειά έμεινε στη μέση. Εκείνος σχεδόν αναίσθητος και πνιγμένος στο αίμα… και η δουλειά στη μέση.
Σωριάστηκε κάτω ανήμπορος και απογοητευμένος που τον πρόλαβαν. Αυτή η αλμυρή ζεστή γεύση στο στόμα του, ήταν η τελευταία αίσθηση ζωής που ένιωσε. Αυτή και ο ψυχρός αέρας στο σβέρκο του είναι ό, τι του έμεινε να πάρει μαζί του. Ούτε το βαλιτσάκι του βιολιού με τα σύνεργα της εκδίκησης ούτε η τιμή του αδερφού. Πήραν τέλος όλα τούτα με μια κίνηση. Αστραπιαία και απροσδόκητη, όπως τα χαστούκια της μάνας του καθώς έστρωνε τραπέζι χρόνια τώρα. Όπως η παράλογη εμμονή σε τούτη τη βεντέτα που κανείς δεν γνώριζε πώς ξεκίνησε.
Ένα δροσερό αεράκι μπήκε από το ανοικτό παράθυρο κάνοντας τη φτηνή κουρτίνα του ξενοδοχείου να ανεμίσει σαν αυλαία που κινείται στη σκηνή, καθώς οι ηθοποιοί της υποκλίνονται από μέσα ιδρωμένοι. Η πόλη είχε βρει τους κανονικούς της ρυθμούς και μόνο μια σειρήνα ούρλιαζε από μακριά.
Ο περιπτεράς χασμουρήθηκε με απορία κοιτάζοντας τον κόσμο να μαζεύεται πιο κάτω, ενώ ο ξενοδόχος κοιτούσε την πλαστή ταυτότητα που κρατούσε στα χέρια του ο αστυνομικός.
Η θήκη του βιολιού ξεκουραζόταν πάνω στον πάγκο της reception κι η δουλειά στη μέση."
7-6-97
Νησίδα, Νέα Φιλαδέλφεια
Arthur Moreira Lima (16 Ιουλίου 1940 – 30 Οκτωβρίου 2024)
Ο Arthur Moreira Lima (16 Ιουλίου 1940 – 30 Οκτωβρίου 2024) ήταν Βραζιλιάνος κλασικός πιανίστας. Βιογραφία Η Moreira Lima άρχισε να μαθαί...
-
Ο Arthur Moreira Lima (16 Ιουλίου 1940 – 30 Οκτωβρίου 2024) ήταν Βραζιλιάνος κλασικός πιανίστας. Βιογραφία Η Moreira Lima άρχισε να μαθαί...
-
Εξαιρετική αναγνωστική εμπειρία που προτείνω στους βιβλιόφιλους. Στο «Διακοπές στο Παρίσι», ο Μωμ παρακολουθεί τον νεαρό ήρωά του καθώς έρχε...
.jpg)





