Παρασκευή, 9 Μαρτίου 2018

«Οι συμμορίτες της Μαδύτου» (μικρό διήγημα)




Γυρνώντας στο σπίτι ένα γλυκό απόγευμα του Μάρτη, βρέθηκα εντελώς ξαφνικά στη μέση ενός «νεραντζοπόλεμου» που είχαν στήσει παιδιά στο μακρύ και στενό δρόμο που οδηγούσε στο σπίτι μου στη Μάδυτο. Η Άνοιξη και ο ζεστός για την εποχή καιρός, είχε φορτώσει τα γαλήνια δέντρα με ζουμερούς πορτοκαλί καρπούς και τώρα είχε έρθει η ώρα να οπλίσει τα άγουρα χέρια σε εκείνο το διαχρονικό παιχνίδι της νιότης. Οι «συμμορίτες» πάνοπλοι και αποφασισμένοι πετούν με μανία ο ένας στον άλλον τα νεράντζια που σκάνε στο δρόμο και στις μάντρες με έναν υπόκωφο θόρυβο σκορπώντας γύρω ένα υπέροχο άρωμα.

Κι εκεί που βρίσκομαι εντελώς αναπάντεχα ανάμεσα στα διασταυρούμενα πυρά, από τη μία φυλάγομαι μην φάω καμιά αδέσποτη και απ’ την άλλη μια τρελή χαρά με πλημμυρίζει καθώς μνήμες χοροπηδάνε από τα βάθη του μυαλού τότε που παιδί κι εγώ μαζί με άλλους συμμαθητές μου, χωριζόμασταν σε συμμορίες και κυνηγάγαμε η μία την άλλη με μανία, στους άδειους δρόμους της Μαδύτου. Τα αυτοκίνητα τότε λίγα και οι κρυψώνες ακόμη λιγότερες, οι νεραντζιές όμως πάντα εκεί, το ίδιο φορτωμένες με καρπούς μας καλούσαν να ζήσουμε ένα κομμάτι από την άγρια αρσενική μας φύση και να μεταμορφωθούμε για λίγο σε πολεμιστές σαν ένα αόρατο χέρι να μας οδηγούσε να προετοιμαστούμε για εκείνη την αδιόρατη μελλοντική μάχη της ζωής, που μας περίμενε αδυσώπητη έπειτα από μερικά χρόνια. 
Καθώς προχωρώ βιαστικά διακρίνω ένα πονηρό χαμόγελο στα χείλη ενός μικρού συμμορίτη, με πυρωμένα μάγουλα και αναστατωμένα μαλλιά, να με κοιτάζει έτοιμος να επιτεθεί αμέσως μόλις βγω από το πεδίο βολής του. Ανεπαίσθητα πιάνω το μέτωπό μου με μια μηχανική κίνηση καθώς νιώθω ένα παράξενο τσούξιμο, έτσι ακριβώς όπως τότε, σαν να είμαι και πάλι 11 χρονών, σαν μόλις να με πέτυχαν οι αντίπαλοι, στην αυγή των πρώτων σκιρτημάτων, εκεί ακριβώς που τα πάντα γύρω σου σε προκαλούν να τα εξερευνήσεις και οι ώρες είναι ακόμη μεγάλες. Το βράδυ πηγαίνεις στο σπίτι κατάκοπος και προσπαθώντας  να κρύψεις τα σημάδια της μάχης από τους δικούς σου, πέφτεις στο κρεβάτι εξαντλημένος και βυθίζεσαι σε έναν ύπνο τέτοιο που ποτέ σου δεν θα ξανακάνεις. 

Εκείνη η μυρωδιά των ζουλιγμένων νεραντζιών ανακατεύεται με την αλμύρα του νεανικού ιδρώτα και οι μνήμες για πολύ λίγο μαστιγώνουν του μυαλό η μία μετά την άλλη. Μια παράταιρη και παράφωνη μουσική από κάποια τηλεόραση, που ακούγεται από το βάθος ενός ανοιχτού παράθυρου με επαναφέρει στο τώρα. Γυρνώ το κεφάλι μου και ρίχνω μια τελευταία ματιά στους συμμορίτες. Συνεχίζω το δρόμο μου προς το σπίτι. Αυτή η μάχη που δεν έχει τέλος ήταν ένα δώρο. Θα την θυμάμαι κι αυτή όπως και τις άλλες, εκείνες που πήρα μέρος κι εγώ. Και το νοερό σημάδι που μου έκαναν στο μέτωπο θα φροντίζω να μην κλείσει ποτέ. Αυτή η μάχη γινόταν και θα γίνεται πάντα μέσα στο χρόνο. Όσο θα υπάρχουν δέντρα, όσο θα υπάρχουν παιδιά όσο θα υπάρχουν άνθρωποι.


Χάρης Κανάκης
Μάδυτος Νέα Φιλαδέλφεια
8-3-18

4 σχόλια:

  1. Υπέροχο! Βαθιά συγκινησιακό, λιτό και δυνατό! ( Η μουσική μένει μόνο...)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Υπέροχο κύριε Χάρη! Σας ευχαριστουμε που μοιράζεστε αυτές τις μνήμες σας μαζί μας!

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Έργο ΧΑΡΗ ΚΑΝΑΚΗ από το Κουαρτέτο "L' ANIMA" στο Εράτειο Ωδείο. (28 Οκτωβρίου 2018)

Την Κυριακή 28 Οκτωβρίου 8:00 μμ, σας καλώ στην Α' εκτέλεση του 2ου κουαρτέτου εγχόρδων μου, από τους εξαιρετικούς μουσικούς του &qu...