Πέμπτη, 18 Νοεμβρίου 2010

Ο Επίλογος από το διήγημά μου "Η Πασσακάλια της Λήθης". (1999)



Ένα χρόνο μετά…

Είμαι στο γραφείο μου και γράφω ένα άρθρο για το Κυριακάτικο φύλλο. Λείπουν όλοι από το σπίτι, είμαι μόνος. Δίπλα μου τα κατακάθια του καφέ, απομεινάρια μιας ημέρας κι αυτά αφημένα στη μοίρα τους.

Τελειώνω το άρθρο, το βάζω μέσα στο φάκελο και σηκώνομαι. Θέλω να την ακούσω ξανά. Κάθε τόσο αισθάνομαι την ανάγκη να βάλω στο κασετόφωνο αυτήν την κασέτα και να ταξιδέψω μαζί της. Καπετάνιος και ναύτης μαζί ο κύριος Στέφανος.

Η μελωδία ξεχύνεται στο χώρο και τα πλήκτρα του πιάνου μου ξαναμιλούν για τον αποχαιρετισμό.

Είναι μια από τις κασέτες που βρέθηκαν στο σπίτι του νεκρού έπειτα από την έρευνα της αστυνομίας. «Έτσι, για τυπικούς λόγους» όπως μου είπε ο Δημητριάδης που μου τις έδωσε τελικά. «Νομίζω ότι στην υπηρεσία μου είναι άχρηστες, εσείς ξέρετε να τις εκτιμήσετε» μου είπε δίνοντάς μου ένα μικρό χαρτονένιο κιβώτιο.

Εκτός από τις κασέτες υπήρχαν μέσα λίγες φωτογραφίες και πολλά σημειώματα, σαν σκέψεις ή ποιήματα της στιγμής. Μικρή, βαριά κληρονομιά ενός μεγάλου ανθρώπου για τους περαστικούς. Δηλαδή εμένα, εμένα που έτυχα να διαβαίνω στο τελευταίο κεφάλαιο της μαγικής ιστορίας αυτού του ανθρώπου.

Όσο προχωράει η μελωδία τόσο μπερδεύεται η αρμονία της, διαστρεβλώνεται και χαράζει τ’ αυτιά μου. «Πασσακάλια για περαστικούς». Έτσι έγραφε έξω από την κασέτα. Το όνομα που έδωσε ο δημιουργός της, ίσως λίγο πριν φύγει για το ταξίδι του. Μερικές μέρες πριν. Μερικές ώρες ίσως. Ποτέ κανείς δε θα μάθει. Εγώ μονάχα να ξέρω λίγες λεπτομέρειες και να προσπαθώ να επικοινωνήσω μαζί του ξανά και ξανά.

Το αφιέρωμα δεν έγινε ποτέ, γιατί να γίνει άλλωστε. Αμέσως μετά τα γεγονότα του θανάτου του αποφάσισα να μη γίνει κανένας κύκλος αφιερωμάτων. Κάτι μέσα μου σαν να έσπασε, ίσως και να είπα, φτάνει ως εδώ, αρκετό κακό κάναμε. Ας τους αφήσουμε αυτούς τους ανθρώπους στην ησυχία τους. Ας μείνει το αστέρι τους λαμπερό στη μνήμη όσων έχουν μνήμη. Οι άλλοι, δεν πειράζει, ας πούμε ότι στάθηκαν άτυχοι που δεν τους γνώρισαν ή ξέχασαν. Ίσως και ο ίδιος ο κύριος Στέφανος να ήθελε στην πραγματικότητα να ξεχαστεί, ποτέ κανείς δε θα μάθει.

Πολλά έχουν αλλάξει στη ζωή μου τον τελευταίο καιρό· δε δουλεύω πια τόσο πολύ. Γράφω μερικά άρθρα και παρακολουθώ από λίγο πιο μακριά την πορεία του καναλιού. Κυρίως όμως γράφω. Γράφω ό, τι θυμάμαι για όσους αξίζει να θυμάμαι. Κάνω αυτό που πάντα ήθελα να κάνω. Να λέω ιστορίες. Άλλες με καλό και άλλες με άσχημο τέλος. Έπειτα τις διαβάζω, πίνω ένα ποτήρι κρασί και γιορτάζω τα γεννητούρια.

Έξω βρέχει επιτέλους. Είμαστε στην αρχή άλλου ενός χειμώνα και στο τέλος άλλου ενός καλοκαιριού που δεν έλεγε να τελειώσει. Η «Πασσακάλια» συνεχίζει να γεμίζει το δωμάτιο με τις νότες της κι εγώ γεμίζω άλλο ένα ποτήρι κρασί για τη μικρή μου γιορτή.

Νοέμβριος 1999

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου